Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Απάτη ονείρου...




Χθες βράδυ είχε πολύ κρύο. Ανέβασα και λίγο πυρετό. Γύρισα νωρίς σπίτι και έμεινα μέσα. Κουλουριασμένη στη μεγάλη πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο με τη βαριά κουρτίνα. Το μεγάλο κερί έκαιγε απέναντι μου και οι τέσσερις φλογίτσες του σκόρπιζαν σκιές στο αδειανό από παρουσίες δωμάτιο. Στ’ αυτιά μου έφταναν οι ήχοι που προκαλούσε ο δυνατός άνεμος, ήχοι εντελώς απροσδιόριστοι, καταδικασμένοι να μείνουν αταξινόμητοι στο μπερδεμένο μου μυαλό.


Δεν θέλω να κοιμηθώ. Δεν είναι ότι δεν μπορώ. Αυτή τη φορά δεν θέλω. Θέλω να σκεφτώ. Θέλω να επικαλεστώ τη λογική, φίλη μου καλή από τα παλιά. Τα πηγαίναμε θαυμάσια θυμάμαι, μόνο όταν με ένιωθε να ερωτεύομαι, αποχωρούσε διακριτικά. Δεν την ήθελα στα πόδια μου, μου το χαλούσε, αλλά εκείνη πάντα δήλωνε συμπαράσταση, έστω από μακριά. Τώρα ούτε θυμάμαι πόσο καιρό έχει να φανεί, ούτε ένα τηλεφώνημα, ούτε ένα μήνυμα, τίποτα, ούτε φωνή ούτε ακρόαση, που λένε.
Ωραία ήτανε, ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ελευθερίας βίωσα, χωρίς τις συμβουλές της και την υπερβολική της προστασία. Άλλωστε δε μου έλειψαν οι παρέες, είχα συντροφιά μου τον ενθουσιασμό, την ορμή, την ευτυχία, την επιθυμία, την αμφιβολία, τη ζήλεια, το παράπονο, τον φόβο, τόσοι ενδιαφέροντες φίλοι και εκείνος… τόσο γοητευτικός και συναρπαστικός… ο Έρωτας. Ήταν εκεί μόνο για μένα και με έκανε να νιώθω το κέντρο του κόσμου. Που είναι τώρα, τώρα που τον χρειάζομαι; Ποιος ξέρει που να γυρνάει, αν με θυμάται και πότε θα εμφανιστεί ξανά. Το ξέρω πως θα φανεί ξανά, δεν μου είπε αντίο…

Έτσι δεν ανησυχώ. Απόψε ανησυχώ για τη φιλενάδα μου, γιατί νιώθω πως μου γύρισε την πλάτη και φταίω εγώ. Θέλω να της πω πως την χρειάζομαι, θέλω να μείνουμε ξύπνιες όλο το βράδυ και να τα πούμε όλα, όπως κάναμε πάντα. Όταν κάτι με βασάνιζε μου έλεγε: απόψε δεν θα κοιμηθούμε φιλενάδα, θα τα βάλουμε όλα κάτω και θα την βρούμε τη λύση. Έτσι μου έλεγε. Και δεν με είχε προδώσει ποτέ. Θα μείνω ξύπνια όλη νύχτα. Και θα κάνω πως είναι εδώ.

Οι σκιές κινούνται, αγκαλιασμένες δυο δυο. Από κάπου μπαίνει αέρας και κάνει τις φλογες να τρεμοπαίζουν. Θα έχω ξεχάσει το παράθυρο στο διπλανό δωμάτιο ανοιχτό. Να σηκωθώ να το κλείσω. Αστο καλύτερα, είναι ωραίος αυτός ο χορός, μοιάζει με βουβό ταγκό… μουσική ξεχύνεται στο χώρο, ξάφνου είσαι εδώ, με ζητάς σε χορό… όχι ψέματα είναι, θα φταίει ο πυρετός, τίποτα περισσότερο από δυο σκιές στο χώρο και η ανάμνηση μιας μουσικής στο μυαλό. Τίποτα περισσότερο.

Θα ήθελα που λες να τα βάλω κάτω, και με ψυχραιμία να προσδιορίσω ακριβώς τι μου συμβαίνει. Να αναμετρηθώ με τα συναισθήματα και τα όρια μου, να μετρήσω αντοχές κα περιθώρια. Πρέπει να το κάνω, πρέπει να βάλω ένα πλαίσιο σε όλο αυτό, δεν γίνεται να το αφήσω έτσι ανεξέλεγκτο να απλώνει, θα τα σκεπάσει όλα, θα τα καλύψει, όλα θα χαθούν, τίποτα δεν θα απομείνει να το περιέχει, και έπειτα δεν θα το θέλω ούτε εγώ, έτσι παρασιτικά που θα έχει μάθει να ζει.

Μου αρέσει πολύ το γλυκό φως των κεριών. Η αντανάκλαση του στα γυμνά πλακάκια σμίγει με τα ζεστά χρώματα του χαλιού κα τα φωτίζει. Το φως στο κέντρο του δωματίου απλώνει, σαν ένας προβολέας να στράφηκε απότομα στο μέσο μιας σκηνής… τι όμορφος που είσαι, πώς λάμπουν τα μάτια σου όταν χαμογελάς… τίποτα, άλλο ένα όραμα, η ανάγκη μου που ζωντανεύει την επιθυμία μου να ήσουν εδώ.

Δεν μπορείς να είσαι εδώ, δεν γίνεται, το ξέρω. Μπορώ να το δεχτώ, δεν γίνεται να είσαι εδώ. Το θέλεις μα δεν το μπορείς. Πώς μπορώ να σκέφτομαι μόνο τον εαυτό μου; Τι σκέφτεσαι τώρα εσύ, πως νιώθεις, τι κάνεις για να το διαχειριστείς; Τι κάνω εγώ; Εγώ τι σου προσφέρω, πώς σε βοηθώ; Τι μπορώ να κάνω, κάτι θα υπάρχει που δε το έχω σκεφτεί, πρέπει να μπορώ να κάνω κάτι για σένα, κάτι θα υπάρχει, δε μπορεί. Μίλησε μου, σε παρακαλώ, ζήτησε μου, ζήτα, μίλα μου, μην με κρατάς σε απόσταση, πώς μπορείς;

Τι ψύχρα απόψε, τρέμει το σώμα μου, ρίγη διαπερνούν το κορμί μου στο ρυθμό της καρδιάς, ανεβάζω την κουβέρτα στους ώμους μου… τι ζεστός που είσαι, η καρδιά μου γαλήνεψε, κράτα με ακόμα, μην μ’ αφήνεις… ένα ύφασμα είναι, μόνο το ύφασμα μιας κουβέρτας, μα είναι τόσο μαλακό, σαν χάδι, ξεγελάστηκα ξανά.

Δεν με ξεγελάς, το ξέρεις πως πια δεν με ξεγελάς, ούτε και τα κατάφερες ποτέ. Δεν πιστεύω πως το θέλησες και ποτέ πραγματικά. Μόνο να μου δώσεις τη δύναμη που χρειαζόμουν, αυτό θέλησες. Πότε θα σου πω ευχαριστώ; Πότε θα σου πω πόση ευγνωμοσύνη νιώθω για ό,τι μου έδωσες; Πότε θα σου δώσω τις αναπνοές που σου χρωστώ;

Δε νιώθω καλά, η αναπνοή μου καίει, ο πυρετός ανεβαίνει, είναι ώρα να σηκωθώ και να πιω το φάρμακό μου, ένα σιρόπι είναι με πικρή γεύση… τι γλυκό που είναι το φιλί σου, πάρε την πνοή μου, δεν την χρειάζομαι άλλο εγώ… δεν την χρειάζομαι στ΄ αλήθεια, για σένα την κρατώ.



*************************************



[ΜΕ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ...]


Με της σιωπής τα κρίνα που λυγούνε,
μέσα στα νικημένα μου τα χέρια,
με τις σκέψεις που μάταια κυνηγούνε
η μια την άλλη πέρα από τ' αστέρια,
Με τα μάτια που κάτι νοσταλγούνε,
κάτι που μου είναι αγνοημένο πλέρια,
σα να μη βλέπουν, σα να μην αλγούνε,
εξαϋλωμένα μάτια, μάτια αιθέρια,

Στέκω οραματισμένη και πιστεύω.
Δεν ξέρω τί πιστεύω. Ξεφυλλίζω
τα ποιήματα σου κι' όλo μεσιτεύω.

Στη σκέψη σου και στη βουλή του απείρου.
Κι' οπως ποτέ τα μάτια δε σφαλίζω
ξέρω πως πια δεν είναι απάτη ονείρου.


Μαρία Πολυδούρη

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

p.s. I Love You


Τι είναι ένα ιστολόγιο; Τι είναι για τον καθένα μας; Άκου τώρα θέμα που βρήκα να με προβληματίσει! Κάτσε να σου φτιάξω και το σκηνικό. Λοιπόν είμαι στη δουλειά, ήρθα λίγο νωρίτερα γιατί ξύπνησα λίγο νωρίτερα και γενικότερα έχω μια ορμή να τα κάνω, αν γίνεται, όλα λίγο νωρίτερα για να ξεμπερδεύω επιτέλους σήμερα από την πολύ δουλειά. Γιατί, σοβαρά σου μιλάω, έχει πέσει πολύ δουλειά αυτήν την εβδομάδα. Πολύ και μονότονη δουλειά που με έχει φέρει στα όρια μου. Έφτιαξα λοιπόν ένα καφεδάκι και είπα να κάνω και μια ανάρτηση, για να μην έχω την προηγούμενη να στέκεται εδώ για κανένα δακαπενθήμερο πάλι!
Μέχρι λοιπόν ο καφές να τελειώσει, ή να κρυώσει, θα είμαι εδώ να γράφω περί ανέμων και υδάτων… όχι δεν πρόκειται να μιλήσουμε για τον καιρό, δεν με λένε Πετρούλα και, είπαμε, εγώ μόλις ξεκίνησα – τη μέρα μου! Τη συνέχεια μπορείς να την φανταστείς, θα πέσω με τα μούτρα στη δουλειά… τι έκανα χθες και προχθές; Το αυτό! Βαριέμαι, στο είπα;

Αλλά έχουμε και ένα θέμα να διαπραγματευτούμε, αυτό που το πας; Θα αφήσουμε τους ανέμους και τα ύδατα για άλλη φορά. Όχι αφού το έθεσα το ζήτημα, θα το υποστηρίξω! Ιστολόγιο είναι…. Νομίζεις οτι είναι εύκολο πράγμα να ορίσεις το οτιδήποτε; Εγώ στο λέω, δεν είναι! Άστο λοιπόν να πάει… Υποερώτημα δεύτερο: Τι είναι ιστολόγιο για κάθε έναν από εμάς; Πιο εύκολο! Γιατί βάζω διαγώνισμα στον εαυτό μου πρωί πρωί, μου λες; Ε λοιπόν τώρα μου ήρθε μια έντονη επιθυμία να αντιγράψω, εγώ που δεν κατάφερα να αντιγράψω ποτέ, έτσι για την εμπειρία βρε αδελφέ! Ποιος θα μου ψιθυρίσει την απάντηση; Για να σας δω… Τι είναι ιστολόγιο για εσάς; Πώς λέγεται είπες αυτό; Μετάθεση ευθυνών; Χαχαχα… ωραίο ακούγεται!!!
Αυτό λοιπόν το κρατάω για μένα.

Το τραγουδάκι που ακολουθεί είναι για σένα, κλείσε τα μάτια και απόλαυσε το.
Οι στίχοι είναι ποίηση του Ναπολέωντα Λαπαθιώτη.
Καλημέρα!


Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Τα παιδία ζωγραφίζει -σύνταξη αττική- κάπου στην Αττική.



Η ειρήνη, στη ζωή και στο χαρτί.


Όταν ήμουν στην έκτη δημοτικού η δασκάλα μας μας έδινε κάθε Παρασκευή ένα θέμα για να φτιάξουμε μεσ’ το Σαββατοκύριακο μια ζωγραφιά και τις Δευτέρες, πριν το σχόλασμα, κρατούσε πάντα λίγη ώρα για να τις δει και να μιλήσουμε. Είχαμε ζωγραφίσει όλα τα αναμενόμενα: το Φθινόπωρο, το Χειμώνα, την Άνοιξη, το Όχι, το Πολυτεχνείο, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, ένα τοπίο στην εξοχή, το σπίτι μας, το σχολείο μας... Εκείνη την Παρασκευή μας ζήτησε να ζωγραφίσουμε την Ειρήνη. Πώς ζωγραφίζετε η Ειρήνη;

Δεν ήμουν και ποτέ καλή στην ζωγραφική. Είτε θα έπαιρνα τον χάρακα για να φτιάξω το σπίτι, το σχολείο – σωστά αρχιτεκτονικά σχέδια!! – ή ένα τεράστιο όχι με την ελληνική σημαία και λίγα φύλλα ελιάς, είτε θα έβρισκα μια σχετική εικόνα από κάποιο βιβλίο και θα κόπιαρα το Πολυτεχνείο με ένα τανκ να απειλεί την είσοδό του και αναρτημένα πανό Κάτω η Χούντα, Έξω οι Βάσεις…ή την πορεία προς την Βηθλεέμ, με τον Ιωσήφ και την Μαρία πάνω σε καμήλες, γύρω φοίνικες και το άστρο στον ουρανό να τους καθοδηγεί… Δεν τα θεωρούσα πάντως αυτά σπουδαία ζωγραφική, γιατί όλο και είχα δει στην τηλεόραση και στα βιβλία που ξεφύλλιζα έργα σπουδαίων ζωγράφων και πολύ τα θαύμαζα!

Θυμάμαι, ήταν απόγευμα Κυριακής, είχα τελειώσει τα μαθήματα μου, όμως δεν είχα σκεφτεί τίποτα για την ζωγραφιά μου. Όσο ο χρόνος πίεζε, τόσο μπλόκαρα εγώ. Ε δεν ήθελα να φτιάξω και ό,τι να ‘ναι. Το θέμα μου άρεσε και το είχα δει σαν πρόκληση. Ήθελα πάση θυσία να καταφέρω να ζωγραφίσω την Ειρήνη. Για να μας το έχει αναθέσει η δασκάλα μας, σίγουρα είναι εφικτό, σκεπτόμουν. Μα πως ζωγραφίζετε η Ειρήνη;

Σκέφτηκα να φτιάξω μια ευτυχισμένη οικογένεια σε ένα ζεστό σπίτι, μπροστά σε ένα πλούσιο τραπέζι – κάτι σαν την οικογένεια Ίγκλς στο Μικρό σπίτι στο λιβάδι - ή έναν άντρα με καθαρό πρόσωπο και βλέμμα να δουλεύει τη γη, μια γυναίκα με μάτια χαμογελαστά και ένα μωρό στην αγκαλιά ή ακόμα μια κοπέλα με λευκό αέρινο φόρεμα και ένα στεφάνι με λευκά ανθάκια στα μαλλιά… αλλά δεν μπορούσα, δεν ήξερα να τα σχεδιάσω όλα αυτά ικανοποιητικά και κάτι με είχε πιάσει… ήθελα να κάνω μια όμορφη ζωγραφιά. Και ακόμα, ήθελα η ζωγραφιά μου να τα έχει όλα, να μην αφήνει τίποτα απ΄ έξω και κανέναν, ήθελα να φτιάξω την Ειρήνη… είχα πεισμώσει και η αποστολή μου μου φαινόταν βουνό.

Θυμάμαι πως εκείνες τις μέρες ο καιρός είχε ζεστάνει γιατί ήμασταν στην ταράτσα της μονοκατοικίας που ζούσαμε τότε και περιμέναμε τον θείο μου και την γυναίκα του για φαγητό. Ήθελα να τελειώσω για να κάτσω και εγώ στην παρέα των μεγάλων, να πάρω μέρος στις συζητήσεις τους μετά το φαγητό, να ακούσω τις ιστορίες τους και να λύσω όσες γινόταν από τις απορίες μου. Τι χρειαζόμουν; Λίγη έμπνευση.

Κάτω από το σπίτι απλωνόταν ένα φρεσκοσχηματισμένο πάρκο. Ο δρόμος και λόγω της ημέρας ήταν ήσυχος, σπάνια περνούσε κανένα αυτοκίνητο, δεν θα πρέπει να περνούσαν ακόμα λεωφορεία από εκεί, αν θυμάμαι καλά. Πίσω από το πάρκο, φαινόταν το σχολείο μου με την αδειανή, μεγάλη αυλή και τα παράθυρα της τάξης μου. Αν ήξερες που να κοιτάξεις και παρατηρούσες καλά, μπορούσες να δεις τις χειροτεχνίες που ήταν κολλημένες στα τζάμια, γλάρους, κύματα, καραβάκια και άλλα τέτοια που σηματοδοτούσαν την εποχή…ερχόταν καλοκαίρι.

Ο θείος μου κατέφθασε, όπως πάντα φουριόζος και πληθωρικός, με την καθιερωμένη ΙΟΝ αμυγδάλου ανά χείρας! Θυμάμαι πως, ακόμα παλιότερα, ερχόταν στο σπίτι κραδαίνοντας εκείνη την σοκολάτα στη θαλασσιά συσκευασία που λεγόταν Υγείας, – και ακόμα έτσι λέγεται δηλαδή – εγώ την έπαιρνα στα χέρια μου πανευτυχής για την έμπρακτη απόδειξη αγάπης και λατρείας και άρχιζα να τη μοιράζω σε αδέλφια και γονείς. Ε, κάποια στιγμή η μητέρα μου κατάλαβε ότι δεν μου άρεσε γιατί την έβρισκα πικρή και από τότε αντικαταστάθηκε με την λατρεμένη ΙΟΝ με τα άνθη αμυγδαλιάς στο χαρτί. Εγώ βέβαια συνέχιζα να την μοιράζω, πιο ικανοποιημένη από πριν, που τώρα ήξερα πως τους γλυκαίνω πιο πολύ. Ας μην τα πολυλογώ, απλά η ανάμνηση του θείου εκείνη την εποχή είναι ταυτισμένη με αυτή τη σκηνή.
-Τι σκέφτεσαι; με ρώτησε ο θείος μου που με είδε βυθισμένη – περιέργως – στη σιωπή.
-Θέλω να ζωγραφίσω κάτι αλλά δεν ξέρω πώς.
-Τι κάτι δηλαδή;
-Την ειρήνη.
-Την ειρήνη; Ποια ειρήνη; με πείραξε – μάλλον.
-Την ειρήνη θείε, γέλασα. Αυτήν που έχουμε όταν δεν έχουμε πόλεμο.
-Δηλαδή ή πόλεμος ή ειρήνη; Είναι άσπρο-μαύρο όλα τα πράγματα στη ζωή;
-………, δεν καταλάβαινα.
-Θέλεις να φτιάξουμε ένα περιστέρι; Είναι το σύμβολο της ειρήνης.
-Ναι, το ξέρω. Δεν το είχα σκεφτεί.
-Λοιπόν;
-Όχι θείε, σε ευχαριστώ. Μα θα το φτιάξω μόνη μου το περιστέρι, και ας μην μου βγει καλό.
-Εντάξει, θα περιμένω να το δω. Μου ανακάτεψε τα μαλλιά και γύρισε προς το μέρος του πατέρα μου να συνεχίσει την κουβέντα που είχε διακόψει λίγο πριν.

Ο μπαμπάς μου δεν με είχε ενοχλήσει όση ώρα εγώ παιδευόμουν να κατεβάσω κάποια ιδέα. Ασχολιόταν με τα λουλούδια μας. Τα θαύμαζε, τα φρόντιζε, τα πότισε, τα καθάρισε από νεκρά, κιτρινισμένα φυλλαράκια, κάρφωσε στο χώμα τους λεπτά κλαράκια για να τα στηρίξει… και εγώ απολάμβανα να τον παρατηρώ. Μα όταν έψαχνα το βλέμμα του μου γύριζε πάντα ένα δικό του, γελαστό, γεμάτο αγάπη. Μάλλον διασκέδαζε το πείσμα μου εκείνο το απόγευμα.

Καταπιάστηκα λοιπόν με το περιστέρι μου, – μεγάλος μπελάς! – πότε έβγαινε αδύνατο και πότε παχύ. Από τα πολλά σβησίματα, πάει, αχρηστεύτηκε το χαρτί. Γύρισα το μπλοκ σε μια νέα σελίδα… ‘Για στάσου, δηλαδή τι; Θα φτιάξω απλά ένα περιστέρι; Μα τα περιστέρια – αυτά της ειρήνης – είναι άσπρα. Δεν έχω άσπρη ξυλομπογιά, ούτε μαρκαδόρο. Δεν θα την χρωματίσω την ζωγραφιά μου; Τι ζωγραφιά θα είναι αυτή; Μια σκέτη γραμμή;… Αυτό είναι! Αλλαγή σχεδίου.’

Έτρεξα στη σκάλα, την κατέβηκα πετώντας, μπήκα στη κουζίνα, έστριψα για τα δωμάτια…ωχ! πολλή φόρα πήρα!
– Για πού το έβαλες; Μου φώναξε η μάνα μου.
Αλλά και να μην με φώναζε, θα με τραβούσαν πίσω οι μυρωδιές από τα φαγητά. Χαιρέτισα την θεία μου και ενώ εκείνη μου έλεγε τι ωραία κορδέλα φορούσα στα μαλλιά μου, εγώ έκλεβα ήδη την τρίτη τηγανιτή πατάτα. Όταν έφτασα στο δωμάτιο μου, βάλθηκα να ψάχνω το μπλοκ της ακουαρέλας. Το βρήκα τελικά καταχωνιασμένο σε ένα ντουλάπι της βιβλιοθήκης. Πήρα από το συρτάρι τις νερομπογιές μου και από μια μολυβοθήκη διάφορα πινέλα και επέστεψα στην κουζίνα. Τα μάτια μου αναζήτησαν τις πατάτες – το ομολογώ – αλλά μάλλον είχαν ‘φυγαδευτεί’ γιατί δεν φαίνονταν πουθενά. Ζήτησα από την μαμά μου ένα φλιτζανάκι γιατί δεν μπορούσα να πλησιάσω στο ντουλάπι έτσι όπως στέκονταν και οι δυο παρατεταγμένες και στόλιζαν τα πιάτα και τις σαλάτες με… χρώματα! Ζωγράφιζαν και αυτές! Η μαμά μου μου το έδωσε αφού το γέμισε με νερό.
-Ακόμα με την ζωγραφιά; Τρώμε σε λίγο.
-Τώρα μαμά, σε λίγο θα είναι έτοιμη. Δεν χάνω λεπτό!
Βγήκα στην αυλή και ανέβηκα την σκάλα, πιο ήρεμα αυτή τη φορά.

Κάθισα στη θέση μου και τοποθέτησα γύρω μου ό,τι χρειαζόμουνα – ως και χαρτί για να σκουπίζω τα πινέλα μου από το περίσσιο νερό πήρα. Και τότε άρχισα πάλι να σχεδιάζω το περιστέρι μου. Μου βγήκε λίγο παχουλό και αυτή τη φορά αλλά δεν με πείραζε. Τώρα είχα άσπρο χρώμα να το γεμίσω. Έφτιαξα λοιπόν ένα πηχτό μείγμα και άρχισα να δίνω ζωή στο περιστέρι μου. Τελικά, έμοιαζε με φουσκωτό, αφράτο, ανοιξιάτικο συννεφάκι! Αλλά είχε ένα ολοστρόγγυλο κεφαλάκι με φορά προς τα πάνω και έμοιαζε να πετάει. Αυτό μου έδωσε την ιδέα να φτιάξω ένα στεφάνι γύρω του, σα να πετάει μέσα από αυτό. Έβαλα στο στεφάνι μου φυλλαράκια που δεν ξέρω αν έμοιαζαν φύλλα ελιάς, δάφνης ή κάποιου δέντρου που έζησε κάποτε στον παράδεισο αλλά δεν υπήρχε πια. Από ΄κει μέσα θα περνούσε το περιστέρι-συννεφάκι μου για να πετάξει ελεύθερο, ψηλά στον ουρανό.

Ενώ λοιπόν χάζευα το δημιούργημά μου με περίσσιο θαυμασμό, την προσοχή μου τράβηξε η θεία μου που ανέβαινε τη σκάλα με το τραπεζομάντηλο, τις πετσέτες, τα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα… αυτή ήταν δική μου δουλειά και έτσι έσπευσα να δηλώσω το παρόν! Μετακίνησα τα πράγματα μου σε μια καρέκλα και την βοήθησα στο στρώσιμο του τραπεζιού. Έπειτα κατεβήκαμε και οι δυο για να βοηθήσουμε την μητέρα μου με τα υπόλοιπα, ήταν τόσα που έπρεπε να ανεβάσουμε ακόμα… τα ποτήρια, τον ξανθό πειρασμό τις πατάτες που τώρα ήταν και πάλι στην ίδια θέση πάνω στο τραπέζι σαν να μην έφυγαν ποτέ, το μοσχαράκι το κοκκινιστό που σε τρέλαινε με τη μυρωδιά του και επαξίως συναγωνιζόταν τη συνοδό του σε αγώνες σιελόρροιας, τα τυροπιτάκια, τη φέτα, τις ελιές από το χωριό, φυσικά τις σαλάτες, το κρύο νερό, το κρασί από το ταβερνάκι του κυρ-Νώντα – που μια άλλη φορά έχω πολλά να σας πω και για αυτό – και το –εχμ- αναψυκτικό.

Όταν πια τα πάντα ήταν έτοιμα και καθήσαμε όλοι γύρω από το τραπέζι, κατέφθασε και ο αδελφός μου αναψοκοκκινισμένος και ανήμπορος να τιθασεύσει το ύφος του θριαμβευτή που απλωνόταν ολοκάθαρα στο πρόσωπό του. Η ομάδα του είχε μόλις κερδίσει έναν σημαντικό αγώνα μπάσκετ, ο ίδιος στη βασική πεντάδα, μέσα σχεδόν σε όλο το παιχνίδι και σε πολύ καλή μέρα και… καταλαβαίνεις… Αφού όλοι συμμεριστήκαμε τον ενθουσιασμό του – εκείνον που έκανε ό,τι μπορούσε να τον κρύψει, παρόλα αυτά – έφυγε για να πάει να αλλάξει και η μαμά μου του ετοίμασε το πιάτο του και το σκέπασε για να τον περιμένει… εμείς δεν είχαμε καμία διάθεση να κάνουμε το ίδιο και έτσι αρχίσαμε τα τσουγκρίσματα και τους στεναγμούς γευστικής ικανοποίησης.

Κάποια ώρα αργότερα, με τον αδελφό μου και τον αυτοέλεγχό του στις θέσεις τους, το τραπέζι έδειχνε να έχει τελειώσει αλλά όχι και η βραδιά, που ήταν πολύ όμορφη και όλοι είχαν την ιδανική διάθεση για γέλια και κουβέντες. Εγώ; Εγώ εκείνη τη στιγμή είχα στο ακουστικό μου πεδίο έναν χειμαρρώδη διάλογο για το εξαιρετικά αδιάφορο θέμα των τεσσάρων τροχών! Χωρίς άλλη σκέψη απομόνωσα τον ήχο από τους κινητήρες και εστίασα στην άλλη άκρη του τραπεζιού όπου γινόταν λόγος για κάποιον κύριο πλέον γνωστό ως… επίτιμο και κάποια συζήτηση που γινόταν στη Βουλή. Παρά τη διεξαγωγή πάντως της συγκεκριμένης συζήτησης στο τραπέζι μας, τίποτα δεν έδειχνε να πηγαίνει στραβά, εκτός ίσως από τη γάτα μας τη Φοίβη που από κάτι ταράχτηκε, όρθωσε το τρίχωμά της και νιαούρισε αγριωπά… ποιος ξέρει τι να είχε δει!

Γύρισα την πλάτη και έστρεψα την προσοχή μου στο δρόμο. Το ένιωθα πως δεν ήταν μια τυπική ημέρα. Μια τυπική ημέρα, την ίδια ώρα, ο μπαμπάς μου θα διαφωνούσε με τον αδελφό μου για την ένταση της μουσικής, αν ήταν αρκετά δυνατή για εκείνον μα όχι πολύ δυνατή για την γειτονιά… ενώ τώρα –μια στιγμή να στήσω αυτί- μοιράζονταν μονιασμένοι την αγάπη τους για.. τον Ολυμπιακό. Μια τυπική ημέρα, η μητέρα μου θα διαφωνούσε με μένα για το αν είχα αφιερώσει αρκετό χρόνο στα μαθήματά μου και αν μπορούσα να διαβάσω ό,τι άλλο μου άρεσε… τώρα.. –μια στιγμή μονάχα- έλεγε στη θεία μου ότι δεν διάβαζα και πολύ αλλά στο σχολείο τα κατάφερνα καλά, βέβαια «θα την δούμε στο Γυμνάσιο» γιατί «εκεί φαίνεται ο μαθητής» και εγώ ήμουν ελεύθερη να κάνω το κέφι μου, δηλαδή να κοιτάζω το δρόμο και να ονειροβατώ, έχοντας ακόμα στο πίσω μέρος του μυαλού μου πώς θα ολοκληρώσω εκείνη τη ζωγραφιά, αφού το μικρόβιο του ανικανοποίητου με είχε από ώρα επισκεφτεί.

Ο θείος και η θεία αντάλασσαν συνεχώς ερωτικές ματιές, αλλά κάτι μου έλεγε πως κάτι τέτοιο συνέβαινε και σε μια τυπική τους μέρα.. Τα παιδιά στο πάρκο έπαιζαν ποδόσφαιρο πάνω στο γκαζόν. Μια τυπική ημέρα, από ώρα θα είχε εμφανιστεί ο κυρ Παντελής και μουρμουρίζοντας θα τους είχε ζητήσει να σταματήσουν γιατί «δεν είναι γήπεδο εδώ, να πάτε αλλού να παίξετε», χωρίς ποτέ να πει ποιο ήταν το αλλού που είχε στο νου του. Μια τυπική ημέρα, ο κυρ Στέλιος και η κυρία Φωφώ από την απέναντι πολυκατοικία θα καβγάδιζαν για το γιο τους που δεν τηλεφωνούσε ή για τα λουλούδια στο μπαλκόνι τους που είχαν τρελαθεί… κανείς δεν έμαθε ποτέ αν έφταιγε εκείνος που τα πότιζε συνέχεια και δεν έκανε, ή εκείνη που δεν τα πότιζε ποτέ και δεν την ένοιαζε… ε λοιπόν, εκείνη την ώρα, κάθονταν πλάι πλάι και συζητούσαν χαμηλόφωνα και χαμογελούσαν, και ποιος ξέρει, ήταν τόσο κοντά, που ίσως να της κρατούσε το χέρι. Ο Κωστής, ααα ο Κωστής από το διπλανό σπίτι, που πια δεν πλησίαζε τη βεράντα μας για να μου μιλήσει γιατί ήταν απασχολημένος να κάνει τη ζωή της μητέρας του ποδήλατο ώστε να της αποσπά την προσοχή από το νεογέννητο αδελφάκι του, και μια χαρά τα κατάφερνε γιατί η γυναίκα είχε συνέχεια νεύρα και φώναζε στον Κωστή, φώναζε και στον άντρα της και το μωρό άκουγε τις φωνές όλων τους και ήταν συνέχεια ανήσυχο και έκλαιγε… όμως τώρα απολάμβανε τις αγκαλιές, τα χάδια και τα κουπεπέ των γονιών του και λίγων συγγενών που είχαν μαζευτεί στη διπλανή βεράντα, και ακούγονταν μόνο τα χαχανητά του και ο ήχος τους έφτανε στα αστέρια και εκείνα πλησίαζαν πιο κοντά και χαμογελούσαν και φώτιζαν το βράδι που είχε έρθει πια.

-Πήγαινε να ρίξεις κάτι πάνω σου, θα κρυώσεις, άκουσα τη μαμά μου να μου λέει και ένα σκίρτημα από το κρύο αεράκι με απέτρεψε από το να της φέρω αντίρρηση για άλλη μια φορά. Κατεβαίνοντας είδα την Ασπασία και την Έλλη καθισμένες σε ένα παγκάκι και τις φώναξα. Κανονίσαμε να καθίσουν στο σπίτι μου για όσο θα τους επέτρεπαν οι δικοί τους και όταν εκείνες πήγαν στα σπίτια τους να ειδοποιήσουν, εγώ θυμήθηκα τη σοκολάτα μου και έτρεξα να την πάρω. Είπα στους δικούς μου πως θα ήμουν κάτω με τα κορίτσια, επέστρεψα και βγήκα στο δρόμο να τις περιμένω.

Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε λίγα μέτρα πιο πέρα. Ο οδηγός του ήταν ένας νεαρός γύρω στα είκοσι επτά. Δεσποινίς, είπε, να σας κάνω μια ερώτηση; Πολύ διστακτικά, αλλά και με τη σιγουριά πως δεν υπήρχε κανείς άλλος γύρω και, δεν μπορεί, σε μένα πήγαινε αυτό το δεσποινίς, πλησίασα. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και λίγο φοβήθηκα. Με ρώτησε για έναν δρόμο εκεί κοντά και εγώ προσπάθησα να τον καθοδηγήσω μάλλον χωρίς μεγάλη επιτυχία γιατί ακολούθησαν και άλλες ερωτήσεις.. αν στρίψω στο επόμενο στενό θα τον βρω μπροστά; και, ξέρετε, γυρεύω τον τάδε αριθμό... Για το Θεό, ένα παιδί ήμουνα!.. Μακάρι να μπορούσα να έρθω μαζί σου και να βρούμε μαζί όποιον δρόμο ζητάς. Χμμ αυτό μάλλον τώρα το σκέφτηκα.. Τότε δεν θυμάμαι τι ακριβώς σκεφτόμουν ούτε τι απαντούσα, αυτό που θυμάμαι είναι ότι τον κοιτούσα στα μάτια σαν υπνωτισμένη. Είχε το πιο σκοτεινό βλέμμα που είχα δει. Μα τα μάτια του ήταν σαν δυο φωτεινά σημεία μέσα στο σκοτάδι που σε μαγνητίζουν να τα ακολουθήσεις και σου υπόσχονται πως στο τέλος της διαδρομής θα ανταμειφθείς με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.. Ήταν σα να είχε σταματήσει ο χρόνος, ή σα να βρισκόμουν εγώ σε άλλο χρόνο, αλλά εγώ ήμουν έξω από το σπίτι μου, εκείνος ερχόταν από μακριά, από μιαν άλλη εποχή, θα πρέπει να ήταν σίγουρα από μια άλλη εποχή... Με ευχαρίστησε, μπήκε στο αυτοκίνητο και απομακρύνθηκε.

-Τι έπαθες; Είσαι καλά; Εκεί θα κάτσεις;
-Ε; Ναι. Δηλαδή όχι…
Τα κορίτσια είχαν επιστρέψει, είχαν μπει στο σπίτι από την πόρτα της αυλής και περίμεναν και εμένα, αν είχα την ευγενή καλοσύνη δηλαδή και αν επιθυμούσα να τους κάνω την τιμή, και το σκηνικό κινδύνευε να αποβεί σε χοντρή καζούρα εις βάρος μου αλλά το έσωσα την τελευταία στιγμή με ομολογουμένως λεπτούς και περίτεχνους χειρισμούς! Φυσικά αυτό δεν βοήθησε να λύσω την απόρία που μέχρι σήμερα έχω, αν όλα αυτά τα φαντάστηκα ή είχαν όντως συμβεί.

Άναψα τα φώτα της αυλής και τότε εμφανίστηκε το κουτσό που είχαμε ζωγραφίσει το προηγούμενο βράδυ με κόκκινη κιμωλία στο πάτωμα, με τα εννιά του σχήματα και τις πετρούλες ξεχασμένες στο πέντε και στο επτά. Αρχίσαμε να χοροπηδάμε και να ισορροπούμε, και να λαχανιάζουμε πιο πολύ από ενθουσιασμό παρά από την προσπάθεια, και τα πνευμόνια μας άνοιξαν και ρουφούσαν τον κρύο αέρα και εκείνη την μεθυστική μυρωδιά από το αγιόκλημα και τα γιασεμιά που σαγήνευσε και το φεγγάρι ακόμα που μαγεμένο προστέθηκε στη μικρή μας συντροφιά.

Αργά τη νύχτα πια, όταν φίλοι και συγγενείς είχαν φύγει και οι ήχοι από τη γειτονιά είχαν κοπάσει και στο σπίτι επικρατούσε εκείνη η τόσο γνώριμη ησυχία, που σε κάθε σπίτι είναι διαφορετική όσο διαφορετικοί είναι και οι άνθρωποι, οι αναπνοές και οι σιωπές τους, εγώ βρισκόμουν στο δωμάτιό μου ανήμπορη να κοιμηθώ όσο κάτι μισοτελειωμένο τριβέλιζε το μυαλό μου… Πήρα το μπλόκ και τις μπογιές μου και τα άπλωσα στο πάτωμα, μην ρωτήσεις γιατί στο πάτωμα, γιατί δεν ξέρω. Έκατσα και εγώ, αποφασισμένη να γεμίσω όλο εκείνο το κενό γύρω από το κατάλευκο περιστέρι που στεκόταν στο κέντρο της σελίδας, που πετούσε μεν, αλλά έδειχνε να μην έχει παρελθόν ούτε μέλλον, σα να είχε σταματήσει για αυτό ο χρόνος, σα να μην ήξερε από πού ερχόταν ούτε που θέλει να πάει.

Βύθισα το πινέλο μου στο μαύρο και έκανα το περίγραμμα της σελίδας και σιγά σιγά το άνοιγα μέχρι να μου θυμίσει το σκοτεινό εκείνο βλέμμα που είχα ακόμα μπροστά μου… μα το μαύρο, για τις ανάγκες τις ζωγραφιάς μου, ήταν του χρώμα του θανάτου.. μα αλίμονο, δεν υπάρχει ζωή χωρίς το θάνατο, και έτσι ούτε και ειρήνη… και έπειτα πήρα μοβ σαν και αυτό που έβλεπα μερικές φορές σε φαρδιές κορδέλες στις εκκλησίες και η μαμά μου μου εξηγούσε πως είναι το χρώμα του πένθους – όμως εμένα μου άρεσε τόσο το μοβ! – και μέσα από το μοβ ξεπετάχτηκαν τα χρώματα που το είχαν συνθέσει, το βαθύ μπλε ενός ανεξερεύνητου βυθού σε κάποια σημεία και το κόκκινο, το χρώμα του αίματος σε άλλα που απλώθηκε σε λίγο μεγαλύτερη επιφάνεια. Τότε θυμήθηκα ένα βράδυ που ήμουν με τον αδελφό μου στο δωμάτιό του και βλέπαμε τηλεόραση και η ταινία διακοπτόταν συνέχεια από έκτακτα δελτία που μίλαγαν για κάποιο πόλεμο που μόλις είχε ξεσπάσει και εγώ φοβόμουνα και εκείνος μου εξηγούσε πως οι εκρήξεις που βλέπαμε και οι καπνοί και οι κρότοι ήταν αρκετά μακριά για να φοβάμαι αλλά ότι ποτέ όλα αυτά δεν θα είναι αρκετά μακριά ώστε να μη με αφορούν. Και τότε αποφάσισα ότι αρκετά με τον πόλεμο, και ξεκίνησα να μετατρέπω σιγά σιγά το κόκκινο σε ροζ, στο χρώμα που έχει και πάλι το αίμα, όταν διακρίνεται πίσω από το λεπτό δέρμα στα μάγουλα μιας ερωτευμένης κοπέλας.. και έτσι, με τα χρώματα να μπλέκονται και να χάνονται το ένα μέσα στο άλλο, έτσι που τελικά ήταν πολύ περισσότερα από αυτά που είχα επιλέξει να χρησιμοποιήσω, πλησίαζα στο κέντρο της ζωγραφιάς μου. Εκεί πρόσθεσα αρκετό γαλάζιο, σαν το κορίτσι που λέγαμε, να είχε ερωτευτεί έναν άγγελο που είχε αφήσει τα σύννεφα για να έρθει να την βρει με μοναδικό του εφόδιο, στη ματιά λίγο από το χρώμα του ουρανού, και μέσα στη ζωγραφιά μου να σμίγανε… λίγες πινελιές κίτρινου πάνω στο μπλε και ο ουρανός μέσα στον οποίο ζούσε και ταξίδευε το περιστέρι της Ειρήνης έγινε και φωτεινός και ζεστός. Και τότε ένιωσα πως είπα ό,τι είχα να πω και ησύχασα και έπεσα να κοιμηθώ.

Το πρωί της επόμενης μέρας ξεκίνησα για το σχολείο με το μπλοκ της ακουαρέλας χωμένο κάτω από τη μασχάλη. Οι ώρες πέρασαν, και τα μαθήματα και τα διαλείμματα και οι ασκήσεις και την τελευταία ώρα ανοίξαμε όλοι τα μπλοκ μας στη σελίδα που κατοικούσε η Ειρήνη.. και τα θρανία γέμισαν καθάριους ουρανούς, ολάνθιστους αγρούς, όμορφες κοπέλες με χρωματιστά φορέματα, χαρούμενα παιδιά και μπαλόνια και χιλιάδες χρώματα, ως και τα γέλια είχαν ζωντανέψει στις παιδικές μας ζωγραφιές. Η δασκάλα μας έδειχνε πολύ ικανοποιημένη καθώς περνούσε από κάθε έναν μας. Την ώρα που πλησίαζε η σειρά μου, σκέφτηκα πως ίσως να μην άρεσε στη δασκάλα η ζωγραφιά μου, και αν έσβηνε το ωραίο χαμόγελο από τα χείλη της όταν θα την κοιτούσε; ίσως τελικά την είχα καταστρέψει με όλα αυτά τα ακανόνιστα χρώματα… αγχώθηκα τόσο που μου έμοιαζε πια με μουτζούρα. Πώς θα γινόταν να την κρύψω και να πω πως δεν κατάφερα να ζωγραφίσω τίποτα; Δεν γινόταν. Ήδη η δασκάλα μου ήταν εκεί και την παρατηρούσε και δυστυχώς για μένα δεν χαμογελούσε.

Έσκυψα το κεφάλι και την άκουσα να μου λέει πως ήταν πολύ όμορφη η ζωγραφιά μου και να με ρωτάει τι ακριβώς ήταν. Και εγώ της απάντησα.. είναι η Ειρήνη… η χαρά, η ευτυχία, η ζωή.
-Και τα χρώματα; Τι είναι όλα αυτά τα χρώματα;
-Τα χρώματα είναι… γιατί νομίζω πως τίποτα δεν είναι μόνο άσπρο, ούτε μόνο μαύρο, στη ζωή. Και σήκωσα το κεφάλι μου όσο τα έλεγα αυτά και εκείνη κούνησε αρκετές φορές το δικό της καταφατικά και τότε είδα το χαμόγελο που είχε χαθεί από τα χείλη της, να ξεπροβάλλει μέσα στα μάτια της και ένιωσα πολύ πολύ όμορφα.

Έπειτα μαζευτήκαμε όλοι σε μια γωνιά της τάξης να κάνουμε πρόβα ένα από τα τραγούδια που θα λέγαμε στην αποχαιρετιστήρια γιορτή για την αποφοίτησή μας από το Δημοτικό:





ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΥΝ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ


Τα παιδιά ζωγραφίζουν στον τοίχο

δυο καρδιές κι έναν ήλιο στη μέση

Παίρνω φως απ’ τον ήλιο και φτιάχνω την αγάπη

και μου λες πως σ’ αρέσει


Τα παιδιά τραγουδούν μες στους δρόμους

κι η φωνή τους τον κόσμο αλλάζει

Τα σκοτάδια σ κ ο ρ π ά ν ε κι η μέρα λουλουδίζει

σαν ανθός στο περβάζι


Ένα σύννεφο είν' η καρδιά μου

κι η ζωή μου γιορτή σε πλατεία

Σ’ αγαπώ κι ο απέραντος κόσμος πόσο μοιάζει

με μικρή πολιτεία