Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Αυτογνωστικό Καλειδοσκόπιο



Η περιπέτεια ενός αυτοκινητιστή


Μόλις άφησα πίσω μου την πόλη συνειδητοποίησα ότι είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Ανάβω τα φώτα. Πηγαίνω με το αυτοκίνητο από το Α. στο Β., σε έναν αυτοκινητόδρομο με τρεις λουρίδες, όπου η μεσαία χρησιμεύει για τα προσπεράσματα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Όταν κάποιος οδηγά μέσα στη νύχτα, τα μάτια του είναι σα να αλλάζουν την έγχρωμη διαφάνεια που έχουν μέσα τους και να βάζουν σε λειτουργία μία άλλη, γιατί δεν είναι πια ανάγκη να προσπαθούν να ξεχωρίσουν ανάμεσα στις σκιές και τα άτονα χρώματα του βραδινού τοπίου τις κηλίδες των αυτοκινήτων που έρχονται από μακριά ή προπορεύονται, αλλά πρέπει να ελέγχουν ένα είδος μαυροπίνακα που χρειάζεται μια διαφορετική ανάγνωση που θέλει μεγαλύτερη ακρίβεια αλλά είναι και πιο απλοποιημένη, αφού το σκοτάδι σβήνει όλες τις λεπτομέρειες και αφήνει να ξεχωρίζουν μόνο τα αναγκαία στοιχεία, οι άσπρες γραμμές πάνω στην άσφαλτο, τα κίτρινα και τα κόκκινα φώτα των αυτοκινήτων. Είναι μια διαδικασία που γίνεται αυτόματα, κι αν εγώ σήμερα κάθομαι και σκέφτομαι όλα αυτά τα πράγματα, είναι επειδή, τώρα που μειώνονται οι πιθανότητες να ξεχαστώ λόγω κάποιων εξωτερικών παραγόντων, με κυκλώνουν άλλες, δικές μου σκέψεις, σκέψεις που τρέχουν για δικό τους λογαριασμό σε ένα φαύλο κύκλο λύσεων και αμφιβολιών που δεν καταφέρνω να ξεπεράσω και πρέπει να κάνω ιδιαίτερη προσπάθεια για να συγκεντρωθώ στο οδήγημα.

Πήρα το αυτοκίνητο ξαφνικά, μετά από έναν τηλεφωνικό καβγά με την Υ. Εγώ κατοικώ στο Α., η Υ. μένει στο Β. Δεν είχα σκοπό να πάω απόψε να τη βρω. Αλλά σήμερα, στην καθημερινή τηλεφωνική μας επικοινωνία, είπαμε πράγματα πολύ σοβαρά. Στο τέλος, και ενώ είχα θυμώσει πάρα πολύ, είπα στην Υ. πως ήθελα να διακόψουμε τις σχέσεις μας. Η Υ. απάντησε πως καρφί δεν της καιγόταν και πως θα τηλεφωνούσε αμέσως στον Ζ., τον αντίζηλό μου. Στο σημείο αυτό ένας από τους δυο μας –δεν θυμάμαι αν ήταν εκείνη ή εγώ ο ίδιος- έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν είχε περάσει ούτε ένα λεπτό όταν κατάλαβα ότι η αιτία του καβγά μας δεν ήταν τίποτα μπροστά στις σοβαρές συνέπειες που είχε αρχίσει να έχει. Θα ήταν λάθος όμως, να ξανατηλεφωνήσω στην Υ. Ο μοναδικός τρόπος να λυθεί το όλο ζήτημα ήταν να πεταχτώ ως το Β. και να εξηγηθούμε με την Υ. πρόσωπο με πρόσωπο. Να με, λοιπόν, σ’ αυτόν τον αυτοκινητόδρομο, που έχω κάνει εκατοντάδες φορές, σ’ όλες τις ώρες και σ’ όλες τις εποχές του χρόνου, αλλά ποτέ δεν μου είχε φανεί τόσο μακρύς.

Για να το εξηγήσω καλύτερα, είναι σαν να έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου: οι φωτεινοί κώνοι από τα φανάρια των αυτοκινήτων πνίγουν τα χαρακτηριστικά του κάθε τόπου που διασχίζω. Οι αριθμοί των χιλιομέτρων στους πίνακες και στο καντράν του αυτοκινήτου δεν μου λένε τίποτα, δεν δίνουν καμιά απάντηση στο άγχος και στις ανησυχίες μου, τι να κάνει άραγε αυτή τη στιγμή η Υ., τι να σκέφτεται. Είχε, πραγματικά, πρόθεση να τηλεφωνήσει στον Ζ. ή ήταν απλώς μια απειλή, που έριξε έτσι στην κουβέντα, από πείσμα; Κι αν το έλεγε στα σοβαρά, είχε άραγε τηλεφωνήσει αμέσως μετά τη συζήτησή μας, ή αποφάσισε να το ξανασκεφτεί, να αφήσει να ξεθυμάνει λίγο ο θυμός της πριν αποφασίσει; Ο Ζ. κατοικεί, όπως εγώ, στο Α. Αγαπά από χρόνια την Υ., αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αν εκείνη του τηλεφώνησε προσκαλώντας τον, αυτός σίγουρα θα βιάστηκε να τρέξει με το αυτοκίνητό του στο Β. Επομένως, θα τρέχει και αυτός, ταυτόχρονα με μένα, σ’ αυτόν τον αυτοκινητόδρομο. Κάθε αυτοκίνητο που με προσπερνά μπορεί να είναι το δικό του, όπως δικό του μπορεί να είναι και το κάθε αυτοκίνητο που προσπερνώ εγώ. Είναι δύσκολο να το εξακριβώσω: τα αυτοκίνητα που τρέχουν στην ίδια κατεύθυνση μ’ εμένα είναι μόνο δυο κόκκινα φώτα όταν τρέχουν μπροστά μου, και δυο κίτρινα μάτια όταν τα βλέπω από το καθρεφτάκι να με ακολουθούν. Τη στιγμή του προσπεράσματος το πολύ πολύ να ξεχωρίσω τι μοντέλο αυτοκινήτου είναι και πόσα άτομα κουβαλά μέσα του. Τα αυτοκίνητα, όμως, που μεταφέρουν μονάχα τον οδηγό τους είναι η πλειοψηφία, και όσο για το μοντέλο, δεν θυμάμαι να μου είπαν ποτέ ότι το αμάξι του Ζ. έχει τίποτα το ιδιαίτερο πάνω του, έτσι ώστε να αναγνωρίζεται εύκολα.

Σαν να μην αρκούσαν όλα αυτά, άρχισε και να βρέχει. Το οπτικό μου πεδίο περιορίζεται στο ημικύκλιο του τζαμιού που καθαρίζουν οι καθαριστήρες. Όλα τα υπόλοιπα είναι μαύρο σκοτάδι και οι μόνες ειδήσεις που φτάνουν ως εμένα από τον έξω κόσμο είναι εκείνα τα κόκκινα και κίτρινα φωτάκια των αυτοκινήτων που παραμορφώνονται από τις στάλες της βροχής. Το μόνο που μπορώ να κάνω με τον Ζ. είναι να τον προσπεράσω και να μην αφήσω να με προσπεράσει αυτός, όποιο και αν είναι το αμάξι του, χωρίς όμως να είμαι σε θέση να ελέγξω αν πράγματι τον έχω προσπεράσει ή όχι. Νιώθω το ίδιο εχθρικά όλα τα αυτοκίνητα που πηγαίνουν στο Β. Κάθε αυτοκίνητο που είναι πιο γρήγορο από το δικό μου και αναβοσβήνει ανήσυχα τα φώτα του στο καθρεφτάκι μου για να του ανοίξω δρόμο, μου προκαλεί μια φοβερή ζήλια˙ και κάθε φορά που βλέπω μπροστά μου να ελαττώνεται η απόσταση που με χωρίζει από τα πίσω φωτάκια κάποιου ανταγωνιστή μου, ρίχνομαι με ένα αίσθημα θριάμβου στην κεντρική λουρίδα για να φτάσω στην Υ. πριν από αυτόν.

Μου αρκούν μερικά μόνο λεπτά προβαδίσματος: μόλις δει πόσο γρήγορα έτρεξα κοντά της, η Υ. θα ξεχάσει αμέσως τους λόγους του καβγά μας και όλα μεταξύ μας θα γίνουν όπως πριν˙ και όταν ο Ζ. φτάσει θα καταλάβει ότι κλήθηκε μόνο και μόνο εξαιτίας κάποιου παιχνιδιού που παίζαμε η Υ. και εγώ. Θα νιώσει παρείσακτος. Ίσως, μάλιστα, τούτη εδώ τη στιγμή, η Υ. να έχει κιόλας μετανιώσει για όσα μου είπε και να προσπαθεί να μου τηλεφωνήσει, ή ίσως να σκέφτηκε κι εκείνη όπως εγώ ότι το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να με συναντήσει. Ίσως, μάλιστα, μπήκε στο αυτοκίνητό της και τώρα τρέχει στον ίδιο αυτοκινητόδρομο με μένα, στην αντίθετη κατεύθυνση.

Έτσι, έπαψα να προσέχω τα αυτοκίνητα που πηγαίνουν στην ίδια κατεύθυνση μ’ εμένα και κοιτάζω αυτά που έρχονται από την αντίθετη, και που εξακολουθούν να είναι για μένα μονάχα ένα διπλό αστέρι από φανάρια που διαχέεται και διαλύει το σκοτάδι του οπτικού μου πεδίου, για να εξαφανιστεί στη συνέχεια πίσω από τις πλάτες μου, σέρνοντας πίσω του κάτι σαν υποβρύχιες ανταύγειες. Η Υ. έχει ένα πολύ συνηθισμένο αυτοκίνητο, όπως εγώ. Το κάθε φανάρι μπορεί να είναι εκείνη που τρέχει να με βρει, η κάθε φωτεινή δέσμη κάνει το αίμα μου να βράζει σαν να ζει ένα κλίμα οικειότητας που είναι γραφτό του να παραμείνει κρυφό, ενώ το ερωτικό μήνυμα που απευθύνεται αποκλειστικά σ’ εμένα μπερδεύεται με όλα τα άλλα μηνύματα που τρέχουν στον αυτοκινητόδρομο˙ κι όμως, δεν θα μπορούσα να επιθυμήσω από εκείνην άλλο μήνυμα, διαφορετικό από αυτό.

Συνειδητοποώ ότι τρέχοντας προς την Υ. αυτό που περισσότερο επιθυμώ δεν είναι να βρω την Υ. στο τέλος της διαδρομής μου: θα ήθελα, τούτη εδώ τη στιγμή, η Υ. να πηγαίνει να με βρει, αυτή είναι η απάντηση που έχω ανάγκη. Θα ήθελα, δηλαδή, να ξέρει ότι τρέχω να τη βρω και ταυτόχρονα θα ήθελα να είμαι σίγουρος ότι και εκείνη τρέχει να με βρει. Η μόνη σκέψη που με ανακουφίζει είναι η σκέψη που περισσότερο με βασανίζει: η σκέψη πως αν αυτή τη στιγμή η Υ. τρέχει να φτάσει στο Α., κάθε φορά που θα βλέπει τα φανάρια ενός αυτοκινήτου να τρέχει προς το Β. θα αναρωτιέται, και εκείνη με τη σειρά της, αν είμαι εγώ αυτός που τρέχει να τη βρει, και θα επιθυμεί να είμαι εγώ, χωρίς όμως να είναι ποτέ σίγουρη. Αυτή ακριβώς τη στιγμή δυο αυτοκίνητα που πήγαιναν σε αντίθετες κατευθύνσεις βρέθηκαν για λίγο το ένα κοντά στο άλλο, ενώ τα φανάρια φώτισαν τις σταγόνες της βροχής και ο θόρυβος της μιας μηχανής συγκρούστηκε με το θόρυβο της άλλης, όπως συγκρούεται με το βίαιο φύσημα του ανέμου: ίσως να ήμασταν εμείς. Δηλαδή, είναι σίγουρο πως ήμουν εγώ, αν αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι, και πως το άλλο αυτοκίνητο μπορούσε να είναι εκείνη, δηλαδή αυτή που εγώ θα ήθελα να είναι εκείνη, μια θολή εικόνα στην οποία θέλω να την αναγνωρίζω, αν και είναι αυτή η ίδια θολή εικόνα που μου την κάνει αγνώριστη. Το τρέξιμο στον αυτοκινητόδρομο είναι ο μοναδικός τρόπος που μας απομένει για να εκφράσουμε ό,τι θα θέλαμε να πούμε, αλλά δεν μπορούμε να το κοινοποιήσουμε ή να δεχτούμε την κοινοποίησή του, όσο συνεχίζουμε να τρέχουμε.

Βέβαια, κάθισα στο τιμόνι για να φτάσω κοντά της το γρηγορότερο δυνατόν. Όσο περισσότερο, όμως, προχωρώ, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι η στιγμή της άφιξής μου δεν είναι το πραγματικό τέρμα της διαδρομής μου. Η συνάντηση μας, με όλες τις ασήμαντες λεπτομέρειες που η εικόνα μιας συνάντησης μπορεί να σημαίνει, όλες αυτές οι χιλιάδες αισθήσεις, έννοιες, αναμνήσεις που θα ξεδιπλώνονταν μπροστά μου -το δωμάτιο με το φίκο, η λάμπα από οπαλίνα, τα σκουλαρίκια της- και τα πράγματα που θα έλεγα, μερικά από αυτά σίγουρα λαθεμένα και διφορούμενα, και όσα θα μου έλεγε εκείνη, που θα ακούγονταν ως ένα βαθμό φάλτσα και ψεύτικα ή τουλάχιστον όχι αυτά που θα περίμενα, και όλες οι απρόβλεπτες επιπτώσεις της κάθε λέξης, του κάθε νεύματος, θα ξεσήκωναν γύρω από όσα θα θέλαμε να ακούσουμε, ένα νέφος από παράσιτα, τέτοιο ώστε η ήδη δύσκολη, από το τηλέφωνο, επικοινωνία, ανάμεσα σε μας τους δυο, να γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, να πνίγεται, να θάβεται κάτω από μια χιονοστιβάδα. Αυτός είναι ο λόγος που ένιωσα την ανάγκη, αντί να συνεχίζω να μιλώ στο τηλέφωνο, να μετατρέψω όσα είχα να πω σε έναν κώνο από φως που τρέχει εκατό σαράντα την ώρα, να μετασχηματίσω τον εαυτό μου σε μια φωτεινή δέσμη που ξεχύνεται στον αυτοκινητόδρομο, γιατί είναι σίγουρο πως ένα τέτοιο σημάδι μπορεί να γίνει αποδεκτό και κατανοητό από την πλευρά της χωρίς να χαθεί στην ενοχλητική αταξία της κάθε δευτερεύουσας λεπτομέρειας, έτσι όπως και εγώ, για να δεχτώ και να κατανοήσω όσα έχει εκείνη να μου πει, θα ήθελα να μην υπήρχε τίποτε άλλο (ή καλύτερα: εκείνη να μην είναι τίποτα άλλο για μένα) παρά αυτός ο κώνος από φως που βλέπω να προχωρεί στον αυτοκινητόδρομο με εκατόν δέκα, εκατόν είκοσι την ώρα. Αυτό που τώρα πια έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι να μεταδώσουμε τα πιο σημαντικά πράγματα από όσα έχουμε να πούμε, να παραβλέψουμε τις άχρηστες λεπτομέρειες, να συρικνώσουμε τους εαυτούς μας και να τους μεταμορφώσουμε σε φορείς ουσιαστικής επικοινωνίας, σε ένα φωτεινό σημάδι που κινείται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, καταργώντας την πολυπλοκότητα των καταστάσεων, των χαρακτήρων μας και των εκφράσεων του προσώπου μας, βαζοντάς τες σ’ εκείνα τα μαύρα κουτιά με τα κόκκινα και κίτρινα φωτάκια, που τρέχουν. Η Υ. που αγαπώ, στην πραγματικότητα, είναι εκείνη η δέσμη φωτεινών αχτίνων που κινείται, και ο εαυτός μου, που εκείνη μπορεί να αγαπά, ο εαυτός μου που έχει τη δύναμη να μπαίνει σ’ αυτό το γεμάτο εξάψεις κλειστό κύκλωμα που είναι η αισθηματική της ζωή, είναι το φωτεινό βέλος αυτού του προσπεράσματος που, για τη δική της αγάπη και όχι χωρίς κίνδυνο, προσπαθώ να κάνω.

Το ίδιο ισχύει και για τον Ζ. (δεν έχω ξεχάσει ούτε στιγμή τον Ζ.): μπορώ να έχω μια σωστή σχέση μαζί του μονάχα αν αυτός παραμένει για μένα το φανάρι που με τυφλώνει και με ακολουθεί, ή τα πισινά φώτα πορείας που ακολουθώ. Γιατί αν αρχίσω να λαβαίνω υπόψη μου την προσωπικότητά μου, με ό,τι -ας πούμε- παθιάρικο αλλά και δυσάρεστο -αν και δικαιολογημένο, οφείλω να ομολογήσω- έχει πάνω του, με όλη αυτή τη βαρετή ιστορία του άτυχου έρωτά του, και εκείνον τον πάντα λίγο διφορούμενο τρόπο συμπεριφοράς του…, τότε κανείς δεν ξέρει που θα καταλήξουμε. Όσο όλα συνεχίζουν με αυτό τον τρόπο, πάει καλά: ο Ζ. που προσπαθεί να με προσπεράσει ή αφήνει να τον προσπεράσω εγώ (αλλά χωρίς να ξέρω αν είναι πραγματικά αυτός), η Υ. που τρέχει να με βρει (αλλά χωρίς να ξέρω αν είναι πραγματικά αυτή), μετανιωμένη και ξανά ερωτευμένη, εγώ που σπεύδω να τη βοηθήσω, ζηλιάρης και γεμάτος άγχη (αλλά δεν μπορώ να το κοινοποιήσω ούτε σ’ αυτήν ούτε σε κανέναν άλλον).

Βέβαια, αν στον αυτοκινητόδρομο ήμουν ο μόνος οδηγός, αν δεν έβλεπα να τρέχουν άλλα αυτοκίνητα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, όλα θα ήταν πιο απλά, θα ήμουν σίγουρος ότι ούτε ο Ζ. είχε τρέξει να με αντικαταστήσει στην καρδιά της, ούτε η Υ. έκανε τίποτα για να συμφιλιωθεί μαζί μου, στοιχεία που θα μπορούσα να καταχωρίσω στο ενεργητικό ή στο παθητικό μου, αλλά που, σε κάθε περίπτωση, δεν θα άφηναν περιθώρια για αμφιβολίες. Κι όμως, αν μου έδιναν τη δυνατότητα να αντικαταστήσω αυτή μου την αβεβαιότητα με μια τέτοια αρνητική σιγουριά, θα αρνιόμουν δίχως άλλο μια τέτοια συναλλαγή. Η ιδανική περίπτωση για να αποκλείσω κάθε αμφιβολία θα ήταν, σε αυτό εδώ το σημείο του κόσμου να υπήρχαν μονάχα τρία αυτοκίνητα: το δικό μου, το αυτοκίνητο της Υ. και εκείνο του Ζ.˙ τότε, μονάχα, το αυτοκίνητο του Ζ. θα μπορούσε να προειγήται στη δική μου κατεύθυνση, ενώ το μόνο αυτοκίνητο που θα μπορούσε να τρέχει στην αντίθετη κατεύθυνση θα ήταν σίγουρα αυτό της Υ. Αντίθετα, ανάμεσα στα εκατοντάδες αυτοκίνητα που η νύχτα και η βροχή μεταμορφώνουν σε ανώνυμες αναλαμπές, μονάχα ένας ακίνητος και σε κατάλληλη θέση τοποθετημένος ουδέτερος παρατηρητής θα μπορούσε να ξεχωρίσει το ένα αυτοκίνητο από το άλλο και , ίσως, να αναγνωρίσει ποιος το οδηγεί. Αυτή είναι η αντίφασή μου: αν θέλω να λάβω ένα μήνυμα, θα έπρεπε να απαρνηθώ να είμαι εγώ ο ίδιος ένα μήνυμα˙ αλλά το μήνυμα που θα ήθελα να πάρω από την Υ. –ότι, δηλαδή, η Υ. έγινε κι αυτή ένα μήνυμα- έχει αξία μονάχα αν είμαι κι εγώ, με τη σειρά μου, ένα μήνυμα. Από την άλλη πλευρά, το μήνυμα που εκφράζω εγώ έχει έννοια μόνο αν η Υ. δεν περιοριστεί να το λάβει, όπως μια οποιαδήποτε γυναίκα που λαβαίνει κάποιο μήνυμα, αλλά γίνει η ίδια εκείνο το μήνυμα που εγώ περιμένω να λάβω από αυτήν.

Τώρα πια δεν θα είχα καμία ικανοποίηση αν έφτανα στο Β., αν ανέβαινα στο σπίτι της Υ. και την έβρισκα εκεί να έχει πονοκέφαλο και να αναμασά στο μυαλό της τις αιτίες του καβγά μας. Αν, μάλιστα, έφτανε στη συνέχεια ο Ζ., θα έπρεπε να αντιμετωπίσω μια θεατρική, εξαιρετικά απωθητική σκηνή. Αν, πάλι, μάθαινα ότι ο Ζ. δεν το κούνησε καθόλου από το σπίτι του ή ότι η Υ. δεν πραγματοποίησε την απειλή της να του τηλεφωνήσει, θα ένιωθα ότι είχα παίξει το ρόλο του ηλίθιου της υπόθεσης. Από την άλλη πλευρά, αν είχα μείνει στο Α. και η Υ. έφτανε στο σπίτι μου για να μου ζητήσει συγνώμη, θα ένιωθα εξαιρετικά αμήχανα: θα έβλεπα την Υ. με άλλα μάτια, σαν μια γυναίκα αδύναμη, που έχει γαντζωθεί πάνω μου και κάτι ανάμεσά μας θα άλλαζε. Δεν μπορώ πια να φανταστώ άλλη λύση παρά μόνο αυτή τη μεταμόρφωσή μας σε φωτεινά μηνύματα των εαυτών μας. Και ο Ζ.; Ο Ζ. δεν πρέπει επίσης να ξεφύγει από τη δική μας μοίρα, πρέπει να μεταμορφωθεί κι αυτός σε μήνυμα του εαυτού του, γιατί αλίμονό μας αν εγώ τρέχω στην Υ. ζηλεύοντας τον Ζ. και η Υ. τρέχει να με βρει για να ξεφύγει από τον Ζ., ενώ τελικά του Ζ. ούτε καν του πέρασε από το μυαλό να βγει από το σπίτι του…

Στα μισά της απόστασης, στον αυτοκινητόδρομο, υπάρχει ένας σταθμός ανεφοδιασμού. Σταματώ, τρέχω στο μπαρ, αγοράζω μα χούφτα κέρματα, σχηματίζω τον κωδικό αριθμό του Β., το νούμερο της Υ. Δεν απαντά κανείς. Αφήνω με χαρά να πέσουν βροχή τα κέρματα: είναι φανερό ότι η Υ. δεν άντεξε να περιμένει άλλο, ανέβηκε στο αυτοκίνητό της και έβαλε πλώρη για το Α. Έτσι, αποφάσισα κι εγώ ν’ αλλάξω κατεύθυνση και τρέχω με τη σειρά μου προς το Α. Κάθε αυτοκίνητο που προσπερνώ ή που με προσπερνά μπορεί να είναι η Υ. Στον αντίθετο διάδρομο, στην αντίθετη κατεύθυνση, το κάθε αυτοκίνητο που τρέχει θα μπορούσε να είναι του Ζ. που αεροβατεί και ονειρεύεται. Μπορεί, όμως, να συμβαίνει και κάτι άλλο: η Υ. να σταμάτησε επίσης σε ένα σταθμό, να τηλεφώνησε στο σπίτι μου στο Α., να μη με βρήκε, να κατάλαβε ότι πηγαίνω στο Β., να έκανε και εκείνη με τη σειρά της μεταβολή. Σ’ αυτή την περίπτωση τρέχουμε τώρα σε αντίθετες κατευθύνσεις, απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλο, και το κάθε αυτοκίνητο που προσπερνώ ή με προσπερνά είναι εκείνο του Ζ. που και αυτός, στα μισά του δρόμου, σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στην Υ…

Όλα τώρα έχουν γίνει πιο αβέβαια, αλλά αισθάνομαι ότι έχω πια κατακτήσει μια βαθύτερη εσωτερική ηρεμία. Όσο θα μπορούμε να ελέγχουμε τους αριθμούς των τηλεφώνων μας και δεν θα υπάρχει κανείς για να απαντήσει, θα συνεχίσουμε και οι τρεις να τρέχουμε μπρος πίσω, κατά μήκος αυτών των άσπρων γραμμών του δρόμου, χωρίς αφετηρίες και τέρματα συνδεδεμένα με χιλιάδες αισθήσεις και έννοιες που αφορούν το μονοσήμαντο της διαδρομής μας, απελευθερωμένοι, επιτέλους από την ενοχλητική παρουσία των κορμιών μας, της φωνής μας, των ψυχικών μας διαθέσεων, που τώρα έχουν μεταμορφωθεί σε φωτεινά σήματα, αυτά τα φωτεινά σήματα που επιτρέπουν στον καθένα να ταυτίζεται απόλυτα με όσα σκέφτεται και λέει, χωρίς το παραμορφωτικό μουρμουρητό που η παρουσία μας ή η παρουσία κάποιου άλλου επιβάλλει.

Βέβαια, το αντίτιμο που πρέπει να πληρώσουμε είναι ακριβό αλλά πρέπει να το δεχτούμε: Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ξεχωρίσουμε τον εαυτό μας από τα τόσα φωτεινά σήματα που περνούν σ’ αυτό το δρόμο, το καθένα με τη δική του σημασία, σημασία που μένει καλά κρυμμένη, χωρίς να αποκρυπτογραφείται, γιατί έξω από αυτό το πλαίσιο δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να μας δεχτεί και να μας καταλάβει.


Από τη συλλογή διηγημάτων Οι Δύσκολοι Έρωτες
του Ίταλο Καλβίνο









Ποιες είναι οι πρώτες αναμνήσεις του εαυτού σου; Η πιο παλιά εικόνα μου που μπορώ να ανασύρω στην μνήμη, είναι ένα μικρό κορίτσι καθισμένο στο πάτωμα -πάνω στην πάνα του- με τα πόδια τεντωμένα μπροστά, την πλάτη επίσης λυγισμένη μπροστά, μπροστά -ξανά- σε ένα ανοιχτό συρτάρι, το πιο κάτω συρτάρι ενός επίπλου με διπλωμένα ρούχα και καταχωνιασμένες από κάτω τους φωτογραφίες και ποιος ξέρει τι άλλα χαρτιά… με μια αίσθηση ότι κάτι πρέπει να βρει και ακόμα μία αίσθηση ότι δεν πρέπει να την ανακαλύψει κανείς πριν τελειώσει η αναζήτηση. Δεν είχε πάρει προφυλάξεις. Οι πόρτες ήταν ανοιχτές και θα πρέπει να ήταν κανα δυο ακόμα άνθρωποι στο σπίτι. Δεν κρυβόταν η μικρή, απλά ήλπιζε πως θα κατάφερνε να τελειώσει και να εξερευνήσει κάθε μικρή μυστική γωνιά από το συγκεκριμένο συρτάρι. Τώρα ίσως περιμένεις να συνεχιστεί η αφήγηση της ακριβής μου ανάμνησης. Αλλά εκεί είναι το θέμα. Η ανάμνηση αυτή κάπου εδώ τελειώνει. Θυμάμαι μόνο τη φιγούρα του μεγαλύτερου αδελφού μου που… με σήκωσε;… με απασχόλησε με κάτι άλλο;… δεν μπορώ να θυμηθώ. Θα ήθελα να θυμάμαι αν με τράβηξε σε κάποιο άλλο δωμάτιο ή αν απλά μου τράβηξε την προσοχή. Θα ήθελα να θυμάμαι τι ποσοστό ευθύνης είχα σε εκείνη την διακοπή, εκείνης της αναζήτησης που έμεινε μισή…