Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

23 Μάρτη



Σαν σήμερα είχε γενέθλια ο πατέρας. Δηλαδή δεν ήταν και σίγουρη η γιαγιά. Ή σήμερα ή του Ευαγγελισμού έλεγε… κι εμείς διαλέγαμε το γιορτινό τραπέζι να μην έχει μπακαλιάρο και σκορδαλιά! Μα ήταν αυτή η γιορτή, τα γενέθλια του πατέρα, σαν πύλη για την Άνοιξη, σαν πρώτη ανάσα ανθισμένης λεμονιάς. Θυμάμαι που τρέχαμε το πρωί στα γύρω μαγαζιά να πάρουμε από το χαρτζιλίκι μας κάτι μικρό να του χαρίσουμε μόλις θα επέστρεφε από τη δουλειά και ήταν η πρώτη φορά που το σκάγαμε χωρίς να πάρουμε μπουφάν και καθώς τρέχαμε στα πεζοδρόμια και στις πλάκες τις πλατείας κλωτσούσαμε με τα πόδια μας τις ηλιαχτίδες κι εκείνες τσαντίζονταν και μας τραβούσαν από τα αφτιά, να ξεχάσουμε το μαγαζάκι του κυρ Ηλία και να τρέξουμε στο λόφο με τα χαμομήλια.
-Ουφ έσκασα.. έλεγες και έμενες με το φανελάκι
Εγώ έκανα υπομονή να περάσει το λαχάνιασμα, να μην ιδρώνω πια και καθόμουν κάτω και περίμενα πότε θα ηρεμήσει η καρδιά…
-Πάμε να του φτιάξουμε μια μεγάλη ζωγραφιά;
-Πάλι ζωγραφιά; Και τι να την κάνει;
Μου την έδινες όταν στα δώδεκα χρόνια σου, κλεισμένα πια, ακουγόσουν ίδιος οι μεγάλοι.
-Όχι όχι, άκου! Αυτή θα είναι αλλιώτικη, πολύ πολύ μεγάλη, θα φτάνει ως τον ουρανό και πιο ψηλά.
-Ναι δεν το ‘πα καλά, έπρεπε να σε ρωτήσω και πού θα την βάλει;
Έσκυψα το κεφάλι. Σκεφτόμουν όμως ότι θα του άρεσε του μπαμπά. Κι αν δεν θα έπαιρνε αυτήν την ημέρα που ήταν δικιά του, μια τόσο μεγάλη χαρά, εσύ θα έφταιγες και άλλος κανένας. Θα ήθελα να μην ήσουν μεγαλύτερος ούτε και πιο δυνατός από μένα…
-Εντάξει θα του φτιάξουμε μια μεγάλη ζωγραφιά! Έτσι δήλωσες κι εγώ έμεινα να σε κοιτάζω σαστισμένη για πολύ ώρα
Πάμε και θα δεις, σήκω. Και σηκώθηκα.
Έτρεξες μπροστά κι εγώ τίναξα τα ρούχα μου από τα χώματα και καθώς σε ακολουθούσα ένα ένα πετούσα τα χαμομήλια που είχαν ζαρώσει μέσα στις ιδρωμένες χούφτες μου, έως ότου δεν έμεινε κανένα, όλα ξεκινούσαν τωρα.
Και μόλις μπήκαμε στο σπίτι έτρεξες και κατέβασες από την βιβλιοθήκη που το είχε ακουμπήσει η μαμά λίγες μέρες πριν που τακτοποιούσε, ένα μεγάλο χαρτόνι. Στο είχαν δώσει για να κάνεις μια εργασία στο σχολείο, ένα κολάζ ήταν, θυμάμαι ότι είχε πολλές φωτογραφίες πάνω κομμένες από περιοδικά με δέντρα και παραλίες -κάτι για το περιβάλλον- και άρχισες μία μία και τις ξεκολλούσες. Είχα την εντύπωση ότι ήσουν πολύ περήφανος για εκείνη την εργασία και καθώς τα έκανες αυτά φάνταζες στα μάτια μου σωστός ήρωας, ένας γενναίος ιππότης ή κάτι τέτοιο.
Μετά πήγες και έφερες ένα τετράδιο που είχε η μαμά χωρίς γραμμές στις σελίδες, που δεν ήταν λευκό και ούτε κίτρινο ήταν, αλλά ένα χρώμα κάπου στη μέση, ήταν όμως φωτεινό και καλύτερο από λευκό και έμοιαζε στα παιδικά μου μάτια όπως μοιάζει η μέρα που ποτέ δεν κατάφερνα να ζωγραφίσω πάνω στις λευκές σελίδες και μερικές φορές κατέληγα να καταστρέφω τις ζωγραφιές μου θέλοντας να απεικονίσω το φως που είχα στο νου μου. Μου είπες: Τώρα θα κολλήσουμε αυτές τα σελίδες πάνω στο χαρτόνι, επειδή έχει κόλλες και σκισίματα, για να μην φαίνονται, και μετά θα ζωγραφίσουμε την ζωγραφιά σου την μεγάλη! Ήσουν πολύ πιο έξυπνος από μένα, το ήξερα. Αρχίσαμε τότε να απλώνουμε κόλλα γύρω γύρω στις σελίδες και να τις κολλάμε προσεκτικά την μία δίπλα στην άλλη. Δηλαδή εγώ πιο πολύ σε κοιτούσα γιατί μπορεί να μην το έκανα σωστά και να τα χαλούσα όλα. Όμως όταν τελειώσαμε δεν σε κοιτούσα πια, άρπαξα τους μαρκαδόρους και άρχισα να ζωγραφίζω τον λόφο με τα χαμομήλια. Εσύ ζωγράφισες παγκάκια στην άλλη άκρη κι έπειτα χαλικόστρωτα μονοπάτια που πέρναγαν μέσα από κήπους, κι εγώ πήγα και τους γέμισα μικρά ανθάκια ανοίγοντας όλους τους μαρκαδόρους, κι εσύ πήγες πιο πέρα και έφτιαξες μια μικρή λιμνούλα κι έβαλες μέσα της τρεις πάπιες, και εγώ ήθελα λουλουδάκια και γύρω από την λιμνούλα, με κοίταξες πρώτη φορά και δεν μίλησες, ούτε κι εγώ σου μιλούσα, μόνο ζωγράφιζα μικρά λουλούδια. Και όταν έκανες εκείνο το μεγάλο δέντρο με τα πολλά κλαδιά εγώ πάλι πήγα και το έκανα ανθισμένη αμυγδαλιά και ήταν όλα πολύ ωραία και είχε ακόμα μείνει πολύς χώρος ελεύθερος στη ζωγραφιά στο πάνω μέρος της, εκεί που έπρεπε να μπουν ο ήλιος, τα σύννεφα και τα πουλιά, και όσο για πουλιά, ζωγραφίσαμε μερικά, αλλά κυρίως ζωγραφίσαμε τον πατέρα στο πάνω μέρος της ζωγραφιάς, εσύ ξεκίνησες να φτιάχνεις έναν άντρα κι εγώ χωρίς να μου πεις τίποτα ξεκίνησα να σου δίνω οδηγίες, βάλτου ζώνη, και άφησε ανοιχτά τα πρώτα τρία κουμπιά, μπορείς να κάνεις να φαίνονται γυρισμένα τα μανίκια; Και πραγματικά του έμοιαζε, πιο πολύ εκείνο το τεράστιο χαμόγελο που του ζωγράφισες στα χείλη χωρίς να σου πω τίποτα αλλά το πέτυχες, έφτανε ως και τα μάτια, το ίδιο όπως και του πατέρα, κι ας μην πέτυχες τους σπινθήρες.. ικανή ήμουνα να τους βάλω, γιατί το λέγαμε, και ήμουν ικανή, αλλά ευτυχώς δεν το έκανα. Αρκέστηκα να χρωματίσω το παντελόνι θαλασσί και το πουκάμισο πορτοκαλί… και κάπως έτσι πέρασε η ώρα και έφτασε και ο πατέρας σπίτι και τρέξαμε να τον αγκαλιάσουμε και να του ευχηθούμε, εγώ σίγουρα έτρεξα, εσύ θα πρέπει να ήταν τότε που είχες αρχίσει να σοβαρεύεις και ξέρω κι εγώ, μπορεί να του έσφιξες και το χέρι, σε πειράζω μόνο, μπορεί και να μην του το έσφιξες και να σε αδικώ, όμως σίγουρα θυμάμαι τη στιγμή που του δώσαμε τη ζωγραφιά και ο πατέρας δεν μιλούσε καθώς την κοιτούσε όμως άφησε κάτω τα πράγματα που κρατούσε και χαμογέλασε, όμως χωρίς σπινθήρες αυτή τη φορά, επειδή ήταν τα μάτια του βουρκωμένα και δεν άναβαν οι σπινθήρες, άναψαν ίσως όμως μέσα στις καρδιές μας εμάς γιατί ήθελα να βάλω τα κλάματα που νόμιζα έκλεγε ο πατέρας αλλά με πήρε μετά και ψάχναμε που θα στολίσουμε τη ζωγραφιά και αποφασίσαμε να την βάλουμε πλάι στη σκάλα για να την βλέπουν όλοι και εκεί την βάλαμε και μπήκαμε στην κουζίνα μετά.
Κι έτσι στα λέω, επειδή τα θυμήθηκα. Τι κάνεις εσύ; Σε σκέφτομαι, θα ήθελα να είσαι καλά.





το κειμενάκι αυτό δεν περίμενα πως ποτέ θα το ανέβαζα, το βρήκα πριν λίγο τυχαία καθώς για κάτι άλλο έψαχνα... γράφτηκε πριν ένα ή δύο ή τρία χρόνια, τί σημασία έχει; μια μέρα σαν του τίτλου, που μου έλειπαν πολλά... και το ανεβάζω τώρα γιατί δεν νομίζω πως θα μπορούσα να το ανεβάσω άλλη ώρα τελικά... μη νομίζετε πως είναι αληθινή ιστορία... φανταστική περισσότερο... μόνο η μέρα πονά στ' αληθινά...

Καλή σου μέρα αν ξυπνάς!

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Μαντολίνο




Πόσο μοιάζει το μαντολίνο με τη γυναίκα, πόσο χαριτωμένο κι αξιαγάπητο είναι. Τα βράδια, όταν αλυχτούν τα σκυλιά και μουρμουρίζουν τα τριζόνια, όταν το τεράστιο φεγγάρι ανεβαίνει αργά πάνω από τους λόφους και οι προβολείς στο Αργοστόλι ψάχνουν στα σκοτεινά να σημάνουν συναγερμό, παίρνω στα χέρια μου τη γλυκιά μου Αντόνια. Βουρτσίζω τις χορδές τις απαλά και της λέω: «Πώς γίνεται και είσαι φτιαγμένη από ξύλο;» Όπως όταν αντικρίζω την Πελαγία και τη ρωτάω δίχως λόγια: «Είσαι στ’ αλήθεια φτιαγμένη από σάρκα; Φωτιά δεν είναι αυτό που ‘χεις ζυμωμένο μέσα στο κορμί σου; Κάποιο απομεινάρι των αγγέλων; Κάτι που απέχει πολύ από τα κόκαλα και το αίμα;» Πιάνω τα μάτια της περνώντας, τόσο καθάρια, τόσο πειραχτικά, να κοιτάζουν τα δικά μου. Το κεφάλι της γυρίζει προς το μέρος μου, ένα χαμόγελο, ένα τσαχπίνικο, συνωμοτικό χαμόγελο και έχει κιόλας φύγει. Τη βλέπω να πηγαίνει για νερό κι ύστερα να γυρίζει με τη στάμνα στον ώμο, μια ζωντανή Καρυάτιδα. Κι όπως περνάει δίπλα μου, αφήνει το νερό να πιτσιλίσει τις επωμίδες μου. Ζητά συγνώμη γελώντας κι εγώ της λέω: «Συμβαίνουν ατυχήματα πότε πότε» κι εκίνη ξέρει ότι ξέρω πως δεν ήταν τυχαίο.. Το έκανε επειδή είμαι στρατιώτης, επειδή είμαι Ιταλός, επειδή είμαι ο εχθρός, επειδή είναι κεφάτη και της αρέσει να πειράζει τους άλλους, επειδή είναι μία πράξη αντίστασης, επειδή της αρέσω, επειδή έτσι ερχόμαστε πιο κοντά ο ένας στον άλλο, επειδή είμαστε άντρας και γυναίκα πολύ πριν γίνουμε εκείνη Ελληνίδα κι εγώ εισβολέας. Οι καρποί των χεριών της μου θυμίζουν τη λαβή του μαντολίνου κι η παλάμη της ανοίγει από τον καρπό σαν το τελείωμα του μπράτσου που συγκρατεί τα κλειδιά των χορδών. Και το σημείο όπου το μπράτσο συναντάει το ηχείο έχει την ίδια κοψιά με τη γραμμή του λαιμού της κάτω από το πιγούνι∙ κι η λάμψη του είναι η ίδια με τη μαλακή γυαλάδα της νιότης και του πεύκου.

Τη νύχτα ονειρεύομαι την Πελαγία. Έρχεται και γδύνεται και βλέπω τα στήθια της που μοιάζουν με τις ράχες ναπολιτάνικων μαντολίνων. Τ’ αγγίζω με τα χέρια μου κι είναι δροσερά σαν το ξύλο και ζεστά σαν το απαλό δέρμα της μάνας. Μου γυρίζει την πλάτη και βλέπω πως ο κάθε γλουτός της είναι ένα μαντολίνο, φτιαγμένο από λεπτές φέτες ξύλου, στολισμένο με σιντεφένια στολίδια και σκαλίσματα από έβενο. Ταράζομαι, από τη μια ψάχνω να βρω χορδές και από την άλλη πονάω από πόθο. Και ξυπνάω μουσκεμένος από τη λαχτάρα του κορμιού μου, καταϊδρωμένος, με την Αντόνια στην αγκαλιά μου, με τις μυτερές άκρες των χορδών της να με τσιμπούν. Αφήνω κάτω την Αντόνια κι αναστενάζω για την Πελαγία και μένω ξαπλωμένος και ξύπνιος για λίγο και τη συλλογίζομαι. Ύστερα πιέζω τον εαυτό μου να κοιμηθεί μια ώρα αρχύτερα και να τη δω στ’ αλήθεια.

Σκέφτομαι την Πελαγία κι έχω στο μυαλό μου χορδές. Η Αντόνια έχει τρεις χορδές που συνυπάρχουν στα τρία πρώτα τάστα, ντο ρε και σολ∙ και για να πιαστούν, θέλουν δύο δάχτυλα, όχι ένα. Παίζω σολ, μετακινώ το χέρι μου ένα τάστο και παίζω το ντο, κι ο απόηχος των δυο τους μπερδεύεται κι ακούγονται σαν σοπράνο και άλτο φωνή του ίδιου κλειδιού σ’ ένα από τα τραγούδια της Τοσκάνης. Παίζω το ρε, λυγίζοντας τον καρπό μου για να καλύψει το διπλό διάστημα∙ κι έρχεται και αυτή η νότα να ενωθεί με τις άλλες∙ μα είναι θλιμμένη, σαν να ‘χει μείνει μισή, σαν κόρη παρθένα που δεν έχει γνωρίσει ακόμα τον έρωτα. «Πάρε με, πήγαινέ με πίσω, εκεί που θα βρω τη γαλήνη μου», με ικετεύει. Ξαναγυρίζω τότε στο σολ κι όλα ακούγονται αρμονικά κι εγώ νιώθω σαν το Θεό τον ίδιο που δημιούργησε τη γυναίκα και είδε μπροστά του την πλάση του τελειωμένη και ολοκληρωμένη χάρη σ’αυτή την τελευταία πινελιά.

Η Πελαγία έχει κι αυτή τις τρεις απλές, χαρούμενες χορδές της. Παίζει μ’ ένα γατάκι και γελάει, κι αυτό είναι το σολ. Ανασηκώνει το φρύδι της όταν με πιάνει να την κοιτάζω, κάνει τάχα πως με μαλώνει, πως με κατηγορεί που τη θαυμάζω, κι αυτό είναι το ντο. Με ρωτάει: «Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις;» κι αυτό είναι το ρε που ζητάει αποφάσεις. «Ο Ντούτσε κι εγώ είμαστε απασχολημένοι σήμερα, έχουμε να καταλάβουμε τη Σερβία», της λέω. Κι εκείνη γελάει κι όλα ξαναμπαίνουν στη θέση τους, ξεκάθαρα κι αρμονικά. Ρίχνει πίσω το κεφάλι της και γελάει∙ τα δόντια της αστράφτουν∙ ξέρει πως είναι όμορφη∙ ξέρει πως ξέρω και βλέπω την ομορφιά της. Μου θυμίζει κάποια αστραφτερά, κάτασπρα σπιτάκια, ασβεστωμένα, σ’ ένα λόφο μακρινό κάπου στην Κρήτη. Είναι χαρούμενη και περήφανη και δισταχτική, όλα γυρίζουν ώσπου ξανάρχονται στο ίδιο σημείο. Κι εκείνη αντηχεί ξανά στο σολ. Ακούω τον εαυτό μου να γελάει. Οι φωνές μας απέχουν ολόκληρες οκτάβες κι όμως τα γέλια μας αντηχούν αρμονικά, μαντόλα και μαντολίνο, κι από μακριά ακούγεται ένα όπλο που ρίχνει εναντίον κάποιων φανταστικών εγγλέζικων αεροπλάνων, το τερέτισμα του αυτόματου, έτσι έχουμε και συνοδεία τυμπάνων.

Η Πελαγία ακούει τον ήχο των όπλων και συννεφιάζει. Ήμαστε ευτυχισμένοι μαζί, καθισμένοι σ’ αυτή τη βεραντούλα που τη σκιάζουν οι βουκαμβίλιες∙ οι μέλισσες τρυγούσαν αμέριμνες τους ανθούς, τώρα όμως, είναι και πάλι πόλεμος. Ο πόλεμος ξαναγύρισε και η Πελαγία σμίγει τα φρύδια της και κατσουφιάζει. Θέλω να της πω: « Πελαγία, λυπάμαι, δεν ήταν δική μου ιδέα. Δεν είχα καμία όρεξη να πάρω τις κατσίκες σας και να κάψω τι ελιές σας. Δεν είμαι από τη φύση μου παράσιτο». Μα δεν μπορώ να πω τίποτα και η Πελαγία το ξέρει αυτό. Και καταλαβαίνει μια χαρά γιατί δεν μπορώ να μιλήσω. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να μου ρίχνει το φταίξιμο γιατί δεν έχω αρκετή δύναμη θέλησης. Μ’ έχει ακούσει να μιλάω για pax Romana, για την ανασύσταση της αρχαίας αυτοκρατορίας που είχε φέρει τάξη και ειρήνη σ’ όλο τον κόσμο, για τη μεγαλύτερη περίοδο πολιτισμού στην Ιστορία του Ανθρώπου. Και σμίγει τα φρύδια της λυπημένη.

Όταν η Πελαγία συνοφρυώνεται ακούγοντας τον μακρινό ήχο των όπλων μοιάζει με τη χορδή του μι μινόρε της εβδόμης με ηλαττωμένη πέμπτη∙ στο δυνατό χτύπημα ακούγεται θυμωμένη κι ετοιμοπόλεμη, μια χορδή για παρτιζάνους κι αντάρτες∙ αλλά στο μαλακό χτύπημα μεταμορφώνεται και γίνεται μια νότα ατέλειωτης και νοσταλγικής θλίψης. Η Πελαγία είναι λυπημένη. Παίρνω τότε την Αντόνια και παίζω ρε μινόρε. Σηκώνει τα μάτια και μου λέει: «Έτσι ακριβώς νιώθω. Πώς το ήξερες;» Κι εγώ θα ήθελα να της απαντήσω: «Το ήξερα επειδή σ’ αγαπώ». Αλλά αντί γι’ αυτό, της λέω: «Επειδή είσαι συλλογισμένη και κάτι περιμένεις». (…)



~απόσπασμα από το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι, του Λουί ντε Μπερνιέρ~







Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Ο ιμπρεσιονισμός μέσα από το έργο του Claude Monet

Impression: Soleil Levant ( 1872, Μουσείο Μαρμοτάν, Παρίσι)
Ο πίνακας του Claude Monet που έδωσε το όνομά του στο κίνημα των Ιμπρεσιονιστών



Η γέννηση του κινήματος των Ιμπρεσιονιστών:

Επιρροές, συνθήκες, τεχνοτροπία


Ο Ιμπρεσιονισμός αναπτύχθηκε στη Γαλλία και ειδικότερα στην περίοδο της αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα Γ', σε μια εποχή που η Ακαδημία Καλών Τεχνών καθόριζε με τρόπο απόλυτο τα όρια της τέχνης. Συγκεκριμένα, η Ακαδημία υπαγόρευε όχι μόνο τη θεματολογία (κυρίως ιστορικά, θρησκευτικά θέματα και πορτραίτα) αλλά και τις τεχνικές που όφειλαν να ακολουθούν οι ζωγράφοι της εποχής (συντηρητικά χρώματα, αφανείς πινελιές), με απώτερο στόχο με την προσθήκη και άλλων ζωγράφων όπως την απομόνωση του θέματος από την ιδιαίτερη προσωπικότητα και ιδιοσυγκρασία του δημιουργού.

"The effect of sincerity is to give one's work the character of a protest. The painter, being concerned only with conveying his imression, simply seeks to be himself and no one else."

Η κίσσα (1869)
Στον πίνακα κυριαρχεί ένα από τα αγαπημένα θέματα του Μονέ: το παιχνίδισμα του ψυχρού χειμωνιάτικου φωτός πάνω στο χιόνι. Από τεχνική άποψη, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον έργο εξαιτίας της παρουσίας των έντονων κάθετων γραμμών που κατευθύνουν το βλέμμα του παρατηρητή προς την κίσσα.



Πριν: Οι τοπιογράφοι και η ζωγραφική στην ύπαιθρο.

Από τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, οι καλλιτέχνες είχαν αρχίσει να αμφισβητούν τους καθιερωμένους παραδοσιακούς τρόπους προσέγγισης του τοπίου και προσπάθησαν να απεικονίσουν τις αέναα μεταβαλλόμενες εικόνες του φωτός και της ατμόσφαιρας. Ο Κόνσταμπλ (Άγγλος τοπιογράφος που τα έργα του λατρευτηκαν από το Σαλόνι του Παρισιού και επηρέασαν ζωγράφους όπως ο Ντελακρουά και ο Ζερικό, όμως η αξία τους αποτιμήθηκε κυρίως και πλήρως αργότερα, από το κίνημα των Ιμπρεσιονιστών) έλεγε ότι "ούτε δύο μέρες δεν είναι ίδιες, ούτε καν δύο ώρες". Την άποψη αυτή συμμεριζόταν και η Σχολή της Μπαρμπιζόν, μια ομάδα Γάλλων τοπιογράφων, που είχε δημιουργηθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1840.
Οι τοπιογράφοι από τον Κόνσταμπλ και μετά (όπως ο Καμίγ Κορό που επίσης αποτέλεσε πρότυπο των ιμπρεσιονιστών) υιοθέτησαν την συνήθεια να σχεδιάζουν σπουδές στην ύπαιθρο, τις οποίες μετά χρησιμοποιούσαν για να ολοκληρώσουν το έργο στο καλλιτεχνικό τους εργαστήριο.

Δέντρο στην παραλία της Αντίμπ (1888)
Πρόκειται για έναν μεγαλειώδη συνδυασμό πράσινου και μπλε: το χρωματικό παιχνίδισμα της θάλασσας, το πράσινο των φύλλων και το κόκκινο με το μπλε των μακρινών βουνών διαλύονται και αναμειγνύονται μεταξύ τους σε έναν από τους διασημότερους πίνακες του Μονέ, ο οποίος συχνά εμπνεόταν από τα τοπία της νότιας Γαλλιάς.


Αντιθέτως ο Ευγένιος Μπουντέν (1824-98) δούλευε σχεδόν αποκλειστικά σε εξωτερικούς χώρους και τα στοιχεία που ουσιαστικά προσπάθησε να αιχμαλωτίσει στα έργα του ήταν οι επιδράσεις του φωτός και των ατμοσφαιρικών συνθηκών. Ο Μπουντέν όπως και ο Κονσταμπλ χρησιμοποιούσε μια σχεδόν επιστημονική προσέγγιση, σημειώνοντας λεπτομέρειες όπως η κατεύθυνση του ανέμου.
Ήταν λοιπόν αυτός, ο ζωγράφος από τη Χάβρη, που μύησε τον Μονέ(1840-1926) στη ζωγραφική "en plein air" (στην ύπαιθρο) , όταν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1860, οι δυο τους μαζί με τον Γιόχαν Μπάρτολντ Γιόγκιντ (1819-91), ξεκίνησαν να δημιουργούν ολοκληρωμένα έργα στην ύπαιθρο (αρχή του κινήματος του υπαιθρισμού), δουλεύοντας όλοι μαζί στις ακτές της Νορμανδίας. Ο Μονέ επηρεάστηκε βαθιά από αυτή την επαφή με τους μεγαλύτερούς του συναδέλφους, έγραψε κάποτε στον Μπουντέν: "Εσύ ήσουν ο πρώτος που με δίδαξε να βλέπω και να αντιλαμβάνομαι."


Wheatstacks (Θημωνιές ή Το τέλος του καλοκαιριού, 1891)
O Μονέ δούλεψε με επιμονή το θέμα αυτό, αποδίδωντάς το σε πολλά έργα, σε διάφορες ώρες της ημέρας και εποχές του χρόνου, καθώς επιχείρησε να αποδώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το αποτέλεσμα των εναλλαγών του φωτός πάνω στις θημωνιές, στην εξοχή κοντά στο Ζιβερνί, και αντιμετώπισε αρκετές δυσκολίες στην προσπάθειά του να αποτυπώσει τα αμέτρητα και φευγαλέα χρώματα.



Η γέννηση του κινήματος του ιμπρεσιονισμού

Όταν ο Μονέ επέστρεψε στο Παρίσι το 1863, έγινε δεκτός στο στούντιο του Σαρλ Γκλέιρ και έπεισε τρεις από τους συμφοιτητές του - τον Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ(1841-1919), τον Αλφρέ Σισλέ(1839-99) και τον Φρεντερίκ Μπαζίλ(1841-70)- να ζωγραφίσουν μαζί του στην ύπαιθρο, στο δάσος του Φονταινεμπλό. Οι τέσσερις αυτοί νεαροί καλλιτέχνες αποτέλεσαν τον πυρήνα μιας ομάδας ζωγράφων που συμπεριέλαβε και τρεις φίλους από την Ελβετική Ακαδημία, τον Καμίλ Πισαρό(1830-1903), τον Πολ Σεζάν(1839-1906) και τον Αρμάν Γκιγιομέν(1841-1927). Αργότερα, γνωρίστηκαν με τον Εντουάρ Μανέ(1832-83) και τον Εντγκέρ Ντεγκά(1834-1917). Όλα τα μέλη της παρέας γνωρίστηκαν στο Cafe Guerbois, όπου σύχναζαν κυρίως καλλιτέχνες. Οι ιμπρεσιονιστές δεν είχαν σχηματίσει μία κλειστή ομάδα, επρόκειτο για ιδιαίτερα εξωστρεφή άτομα, που τους άρεσε να βρίσκονται όλοι μαζί, να συζητούν για την τέχνη και να διοργανώνουν εκθέσεις.

Η ομάδα εξέθεσε τα έργα της το 1874, ως η "Ανώνυμη Εταιρεία καλλιτεχνών, ζωγράφων, γλυπτών και χαρακτών", αλλά η έκθεση αντιμετώπισε την γενική εχθρότητα. Ένας κριτικός, ο Λουί Λερουά, τους αποκάλεσε περιφρονητικά "ιμπρεσιονιστές"(δηλαδή εντυπωσιοθήρες), ορμώμενος από τον τίτλο του έργου του Μονέ, Εντύπωση: Ανατολή. Αν και η προσωνυμία απέβλεπε στη χλεύη, είχε, ωστόσο, βρει το κλειδί της κατανόησης για το καλλιτεχνικό τους έργο.


"For me, a landscape does not exist in its own right, since its appearance changes at every moment; but the surrounding atmosphere brings it to life - the light and the air which vary continually. For me, it is only the surrounding atmosphere which gives subjects their true value."


Οι παπαρούνες (1873): ο πίνακας, που παρουσιάστηκε στο κοινό στην πρώτη έκθεση των ιμπρεσιονιστών, απεικονίζει την Καμίλ, πρώτη σύζυγο του Μονέ, και τον γιό τους Ζαν, στα χωράφια κοντά στο σπίτι τους στο Αρζαντειγ. Ο Μονέ ζωγράφισε τον πίνακα "στην ύπαιθρο" πάνω σε ένα μικρό φορητό καβαλέτο, όμως παρά την αμεσότητα και φυσικότητά του, ο πίνακας δουλεύτηκε με μεγάλη προσοχή. Τα μοντέλα ποζάρουν δύο φορές, ως το ζευγάρι του πρώτου πλάνου αλλά και ένα ακόμα στην κορυφή του λοφίσκου ώστε τα δυο ζευγάρια να ενώνει ένα μονοπάτι κρυμμένο μέσα στο χορτάρι, που σε συνδυασμό με τα έντονα χρώματα και τους νοητούς διαγώνιους σχηματισμούς, προσδίδουν στο έργο έντονη κίνηση και ζωντάνια.

Τεχνοτροπία

Οι ιμπρεσιονιστές έδιναν λίγη προσοχή στα σταθερά στοιχεία της σύνθεσής τους και έριχναν το βάρος στις μεταβαλλόμενες ατμοσφαιρικές συνθήκες, όπως το παιχνίδι του φωτός στο νερό, την κίνηση των δέντρων από τον άνεμο ή το παιχνίδι των σκιών από ένα κτίριο, πράγμα που σημαίνει οτι όφειλαν να εργάζονται με ταχύτητα, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να πετύχουν το άψογο αποτέλεσμα που ήταν βασική προϋπόθεση για το Σαλόνι του Παρισιού. Για να επιτύχουν ένα αποτέλεσμα που να δίνει την αίσθηση του παλλόμενου, κάποιοι ιμπρεσιονιστές, ανάμεσά τους και ο Μονέ, υιοθέτησαν την τεχνική της οπτικής μείξης. Χρησιμοποίησαν επίσης τα συμπληρωματικά χρώματα, ιδιαίτερα για τις αντιθέσεις φωτός και σκιάς, και σχεδίαζαν τα περιγράμματα με σπαστές γραμμές ή ξεχωριστές πινελιές. Πάνω από όλα, ζωγράφιζαν ό,τι έβλεπαν και όχι ό,τι ήξεραν πως υπήρχε μπροστά τους.

Η δράση αυτής της γενιάς καλλιτεχνών συνέπεσε επίσης με την διάδοση της φωτογραφίας, μια μορφή τέχνης που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους ιμπρεσιονιστές, όπως είχε αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο στο παρελθόν για τους τοπιογράφους. (Η επιρροή της φωτογραφίας καταδεικνύεται έντονα στο έργο του Ντεγκά)


*****

Ο χρωματικός δίσκος (γνωστός και ως δίσκος του Νεύτωνα). Τα χρώματα που είναι αντιδιαμετρικά στο δίσκο των χρωμάτων είναι γνωστά ως συμπληρωματικά χρώματα.

Τα τρία κύρια ζεύγη είναι το κόκκινο με το πράσινο, το μπλε με το πορτοκαλί και το μοβ με το κίτρινο. Όταν αναμειγνύονται σε ίσες ποσότητες, τα συμπληρωματικά χρώματα δίνουν ένα ουδέτερο γκρι. Όταν τοποθετούνται δίπλα δίπλα, δημιουργούν ένα πολύ ζωντανό αποτέλεσμα.

Οπτική μείξη: Η εκ πρώτης όψεως μείξη αντιπαρατιθέμενων καθαρών χρωμάτων: όταν είναι μαζί, ερμηνεύονται από το μυαλό ως ένα μόνο (ή συνεχόμενο) χρώμα. Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση του "παλλόμενου", πολύ πιο έντονη από τη μείξη χρωμάτων σε μια παλέτα και μοιάζει πολύ με την έγχρωμη φωτογραφία. Ο Σερά ήταν ο κύριος θιασώτης της τεχνικής αυτής.

*****

"When you go out to paint, try to forget what objects you have before you, a tree, a house, a field or whatever... merely think here is a little square of blue, here an oblong of pink, here a streak of yellow, and paint it just as it looks to you, the exact color and shape, until it gives you your own naive impression of the scene before you."




Η οδός Μοντοργκεϊγ στο Παρίσι σημαιοστολισμένη (1878)
Μια έκρηξη κόκκινου και μπλε. Με τον τρόπο αυτό ο Μονέ αποθανάτισε με μοναδικότητα την εικόνα των γαλλικών σημαιών όπως αυτές κυμάτιζαν μια μέρα με δυνατό άνεμο.



Παρόλο που οι αρχές αυτές βρίσκονται στην καρδιά του ιμπρεσιονισμού, μόνο ο Μονέ τις τήρησε σε όλη του την καριέρα. Έφτασε, μάλιστα, στα άκρα, παίρνοντας συγκεκριμένα αντικείμενα -θημωνιές, σειρές από λεύκες, την πρόσοψη του Καθεδρικού της Ρουέν- και βάσισε μια ολόκληρη σειρά από πίνακες σε καθένα από αυτά, ζωγραφίζοντας το κάθε αντικείμενο σε διαφορετικές στιγμές της ημέρας και σε διαφορετικές εποχές του χρόνου. Τελικά το ενδιαφέρον του Γάλλου καλλιτέχνη συγκεντρωνόταν στο ίδιο το φως.


"We're having marvelous weather and I wish I could send you a little of the sunshine. I am slaving away on six paintings a day. I'm giving myself a hard time over it as I haven't yet managed to capture the colour of this landscape, there are moments when I'm appalled at the colours I'm having to use, I'm afraid what I'm doing is just dreadful and yet I really am understating it; the light is simply terrifying."


Όταν επιχειρούσε να εξηγήσει τα έργα του αυτά ο Μονέ υποστήριζε ότι η φύση είναι μία δύναμη ιδιότροπη αλλά αιώνια, και ότι με αυτά τα έργα προσπαθούσε να αποτυπώσει κάτι που, παραδόξως, ακριβώς εξαιτίας της φύσης του, δεν μπορεί να αιχμαλωτιστεί!



"Colour is my day-long obsession, joy and torment"


Ο κήπος του καλλιτέχνη στο Ζιβερνί (1907)

Απεικονίζει αυτό που, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έγινε η μεγάλη αδυναμία του Μονέ: τον κήπο του, μια απασχόληση που τον γέμιζε απέραντη χαρά και υπήρξε ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και δημιουργικότητας.



Σε όλη του τη ζωή, ο Μονέ χαιρόταν να ζωγραφίζει λουλούδια. Το 1871 μετακόμισε με την οικογένειά του στο Αρζαντέιγ, ένα χωριουδάκι στις όχθες του Σηκουάνα κοντά στο Παρίσι, όπου αγόρασε το πρώτο του σπίτι με κήπο. Το πάθος της ζωής του όμως ήταν ο άλλος του κήπος στο Ζιβερνί, ένα χωριό 65 χλμ από το Παρίσι στις όχθες του ποταμού Επτ, όπου μετακόμισε με τα παιδιά του 4 χρόνια μετά τον θάνατο της πρώτης συζύγου του, το 1883, και έζησε τα τελευταία 43 χρόνια της ζωής του. Για τον κήπο του ο ίδιος σχολίαζε: "Σαράντα χρόνια πριν, όταν εγκαταστάθηκα εκεί, δεν υπήρχε τίποτα εκτός από ένα εργαστήριο και ένα μίζερο περιβόλι.. εγώ όμως έσκαψα, φύτεψα και ξερίζωσα με τα ίδια μου τα χέρια..."
Πραγματικά ο Μονέ εργάστηκε μεθοδικά για την υλοποίηση ενός φανταστικού κήπου στο Ζιβερνί, ο οποίος αναδείχθηκε αργότερα σε αξιοθέατο, σπάνιο και μοναδικό έργο τέχνης. Επέλεξε ο ίδιος τα είδη των λουλουδιών, για να έχει ευχάριστους συνδυασμούς και χρωματικές αντιθέσεις στις διάφορες εποχές του χρόνου, ενώ φύτεψε και πολλά ασυνήθιστα φυτά, καθώς αγαπούσε τα εξωτικά φυτά (και τα νούφαρα), ορμώμενος από τα ντελικάτα λουλούδια των ιαπωνικών χαρακτικών που τόσο θαύμαζε.


Water Lilies (1916, The National Museum of Western Art, Tokio)

Εκτυφλωτικό από αισθητική άποψη, τολμηρό όσον αφορά το μέτρο και τη δομή της σύνθεσης. Πρόκειται για το συναρπαστικότερο από τους εξήντα καμβάδες με νούφαρα που ζωγράφισε ο Μονέ στον κήπο του μεταξύ 1914 και 1917. Σε σχέση μετ ις εκδοχές που ζωφράφισε μεταξύ 1903 και 1908, αυτό το επιβλητικό έργο των δύο τετραγωνικών μέτρων είναι ζωγραφισμένο σε πιο ελέυθερο ύφος. Η απόδοση των νούφαρων απομακρύνεται από την ένοια της ζωγραφικής ως "περιγραφής" της φύσης και προσεγγίζει την αφηρημένη τέχνη. Στο εκπληκτικό αυτό έργο, ομάδες στρογγυλών νούφαρων, κυρίως σε ροζ και κίτρινο χρώμα, κατανέμονται με απόλυτη φυσικότητα σε μια υδάτινη μπλε, πράσινη και βιολετί επιφάνεια. Ο Μονέ, εγακαταλείποντας τις παραδοσιακές αρχές σύνθεσης, αποποιείται τους κλασικούς τρόπους προσδιορισμού του χώρου, για παράδειγμα τον ορίζοντα, και ζωντανεύει με μοναδικό τρόπο ένα μεμονωμένο τμήμα του νερού σκεπασμένο με νούφαρα. Η εικόνα με τα νούφαρα να επιπλέουν στο νερό διακόπτεται στις άκρες του καμβά και το στοιχείο αυτό δίνει την εντύπωση οτι ο πίνακας αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου έργου.


Από το 1905 και έπειτα, ο Μονέ ζωγράφιζε με προσήλωση και επιμονή τα νούφαρα του κήπου του. Οι πίνακες αυτοί, στους οποίους οι κάλυκες των λουλουδιών αναδύονται μέσα από ένα υδάτινο φόντο χωρίς ορίζοντα και προφανώς χωρίς όρια, αντιπροσωπεύουν μιαν αδιάκοπη αναζήτηση στο θέμα της μεταβλητότητας του χρώματος και του φωτός. Πρόκειται για μια καταπληκτική σειρά έργων που χαρακτηρίζεται από πνευματικότητα, η οποία μπορεί να ερμηνευτεί μόνο από τον παρακάτω ορισμό: πρόκειται για το έργο ενός ποιητή που συντονίστηκε απόλυτα με τη φύση και την εξέφρασε τέλεια μέσω της ζωγραφικής.







πηγές:
Grant Larousse, Ελληνικά γράμματα
Art Gallery, DeAgostini Hellas
Google