Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Φάτα Μοργκάνα!


Από παιδί είχα μία ιδιαίτερη αδυναμία στην Μαρίζα Κωχ.. στη φωνή της και στον τρόπο που ερμήνευε τα τραγούδια, με την ψυχή της.
Ειχα παρακολουθήσει μια εκπομπή θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα στην ΕΡΤ και τότε την είχα γνωρίσει.. και λόγω της εποχής, το όλο κλίμα με τα φώτα που τα παιδικά μου μάτια τα έβλεπαν αστεράκια στον ουρανό, την είχα ταυτοποιήσει με κάποια νεράιδα της νύχτας.. σαν μια στολή που είχα ντυθεί κάποιες απόκριες.. να προσθέσω εδώ πως μια οικογενειακή φίλη μου είχε πει σε κάποιο ανύποπτο χρόνο πως της τη θύμιζα έτσι που είχα πάντα λυτά τα πολύ μακριά ίσια μου μαλλιά και πεισματικά αρνιόμουν να τα πιάσω ψηλά χειμώνα καλοκαίρι... αυτό δεν ήταν και μεγάλη αλήθεια, δηλαδή το γεγονός πως της έμοιαζα.. αλλά ενέτεινε την συμπάθεια μου στο πρόσωπό της…
Να μην τα πολυλογώ, κάποια άλλη φορά, δεν πάει πολύς καιρός, συνάντησα μια φίλη Βρετανίδα και με αφορμή κάτι που δεν μπορώ να σας πω, η συζήτηση οδηγήθηκε στην Morgan le fay.. εγώ της μίλησα για την Φάτα Μοργκάνα, ένα από τα πιο συγκλονιστικά ποίηματα του Καββαδία που έχει μελοποιηθεί από τη Μαρίζα και εκείνη μου μίλησε για μια από τις πιο παρεξηγημένες φιγούρες του αρθουριανού κύκλου…
Σύμφωνα με την θέση της Βρετανίδας φίλης μου η Μοργκάνα ήταν η πιστή μαθητευόμενη του μάγου Μέρλιν και η νεράιδα (ή θεά) της θάλασσας και των θαλασσινών ταξιδιών… Morgan means open sea μου είπε… are you sure? της είπα εγώ… absolutely! μου ξαναείπε! :)
όπως καταλαβαίνετε έγινε μεγάλη κουβέντα γύρω από το όνομα της νεράιδας και τον μύθο της και φυσικά η Βρετανίδα επέμεινε και δικαίως με έπεισε πως η μυθολογία της πατρίδας της προηγείται της ονομασίας που πήρε το γνωστό οπτκό μετεωρολογικό φαινόμενο που φημολογείται πως έχει λάβει χώρα επανηλημένα στο στενό της Μεσσήνας… όσο κι αν επιχειρηματολόγησα εγώ πως το φαινόμενο όπως περιγράφεται σχετίζεται με την αναφορά του Ομήρου στις Σειρήνες του Οδυσσέα, δεν μπορούσα να μην δεχτώ πως από κάθε άποψη η ρίζα των λέξεων fata, fatal, fate, fay ή morgan, morgain και όπως αλλιώς είχαν είτε λατινική είτε αγγλοσαξονική ρίζα...

Προτίμησα να ξεκινήσω έτσι και να μην σας κουράσω μεταφέρoντας εδώ επιπρόσθετες πληροφορίες είτε για το φαινόμενο είτε για την ηρωίδα… μια μικρή ιδέα μα αρκετά ολοκληρωμένη, όσοι θέλετε, μπορείτε να πάρετε εδώ:
http://en.wikipedia.org/w/index.php?title=Fata_Morgana_(mirage)&printable=yes

Αντιθέτως έχω πολύ διάθεση να μεταφέρω αυτούσιο ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μήτσου Κασόλα: Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα - Θάλασσα - Ζωή/αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδόσεις Καστανιώτη, 2004 όπως το βρήκα δημοσιευμένο στο μπλογκ
littlenautilus.blogspot.com

Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας μάς πληροφορεί, η μαγνητοφώνηση έγινε στο σπίτι τού συγγραφέα, κατά την τελευταία επίσκεψη του ποιητή, μόλις σαράντα εφτά μέρες πριν το θάνατό του από εγκεφαλικό στις 10 Φεβρουαρίου 1975.
"Απέπνεε ένα αίσθημα μοναξιάς, ένα προαίσθημα μη δεν προλάβει να μπαρκάρει, στις 12 του Γενάρη, και μείνει στη στεριά και του συμβεί τίποτα...", λέει ο Μήτσος Κασόλας και προσθέτει : "Αυτό το προαίσθημα, αυτή η ανασφάλειά του ήταν και ο κρυφός λόγος μου να του ζητήσω να μου επιτρέψει ν' ανοίξω το μαγνητόφωνό μου και να καταγράψω κάποιες απαγγελίες ποιημάτων του και κάποιες από τις πολλές ιστορίες του. Δέχτηκε. Έτσι σώθηκε η φωνή του κι οι ιστορίες του, που ποσώς τον ενδιέφερε, νομίζω, πόσο πραγματικές, πόσο αληθινές ή πόσο μυθοποιημένες ήταν. Το ίδιο δεν ενδιέφερε και μένα και ελπίζω να μη σας ενδιαφέρει και σας"



Λοιπόν, για να σωπάσουμε όλοι τώρα, παρακαλώ, να ακούσουμε τον φίλο μας τον Καββαδία να μας απαγγέλλει κάποια του ποιήματα, απ' αυτά που θα έχει στη νέα ποιητική συλλογή του.
-- Επιμένεις, Κασόλα; Μα 'γω, όταν τα απαγγέλλω, τα δολοφονώ, αδερφέ μου.
-- Τα θυμάσαι απέξω;
-- Τα θυμάμαι, αλλά ντρέπομαι.
-- Ας ντρέπεσαι, θέλω, όπως σου είπα, να κρατήσω τη φωνή σου στο μαγνητόφωνό μου, να την έχω, μαζί και ό,τι άλλο μας πεις απόψε...
-- Θα σας απαγγείλω ένα που έχει τον τίτλο: "Γυναίκα".

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει
Το χέρι σου που χάϊδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι
Γεμάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

-- Το σκότωσα, έτσι;
-- Όχι, ίσα ίσα, μια χαρά το είπες. Ωραίο ποίημα. Για κείνη που έχεις μπερδέματα το έγραψες αυτό;
-- Όχι, για κείνη έχω γράψει αυτό που θα σας πω τώρα.

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος πόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα τού κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες τού Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

-- Νίκο, αν μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι, του λέω (νομίζοντας, με την παύση που έκανε, ότι η απαγγελία αυτού του ποιήματος είχε τελειώσει), από όλες τις γυναίκες που συνάντησες στα λιμάνια τού κόσμου, είναι καμιά που να τη θυμάσαι ιδιαίτερα;
-- Όχι, οι περισσότερες δεν είχαν το καρχηδόνιο επίχρισμα. (Χαμογελάει).
-- Γιατί χαμογελάς; Τι είναι αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, δεν το κατάλαβα. Γιατί διστάζεις; (Στην παρέα εκείνο το βράδυ υπήρχαν και αρκετές κοπέλες). Ντρέπεσαι τα κορίτσια;
-- Όχι, δεν ντρέπομαι... Να, είναι ένα επίχρισμα που υπάρχει πάντα μέσα στον γυναικείο κόλπο.
-- Πρόσθετο;
-- Όχι, φυσικό επίχρισμα, όπως και τα λαμινάρια που λέω : Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια κλπ. Λαβίδα από την Άγια Κοινωνία.
-- Και τα λαμινάρια πάλι, τι είναι αυτά;
-- Ένα τέλειο φύκι, θα 'λεγα, φυτεμένο μες στη γη, αλλά δουλεύει μόνο του, εργάζεται, ζει, το οποίο, άμα το κόψεις, μετά είναι νεκρό και ζωντανεύει και μεγαλώνει μόνο μέσα στον γυναικείο κόλπο και πουθενά αλλού. Και μπορεί να τη σκοτώσει τη γυναίκα άμα το ξεχάσει μέσα της. Μ' αυτό κάνανε οι Αμερικάνες εκτρώσεις.
-- Τόσο δραστικό είναι;
-- Κάνει μια αιμορραγία μ' αυτό η γυναίκα, διαστέλλει τον κόλπο της κι άμα το αφήσει περισσότερο απ' όσο πρέπει, αυτό μεγαλώνει και γίνεται μια διχάλα. Μια διχάλα, ας πούμε, σαν την ιερή λαβίδα της μετάληψης, του αγίου δισκοπότηρου που λέω.
-- Και το καρχηδόνιο επίχρισμα; Τι είναι;
-- Κοίτα να δεις -γελάει και πάλι- όλες, όλες το έχουν αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, εγώ το έβγαλα έτσι, ποιητικά... Θυμίζει τα βάζα των Καρχηδόνιων, που τα βάφανε αυτοί μόνο από μέσα, μ' ένα ειδικό επίχρισμα. Και το γυναικείο επίχρισμα, πώς να το πω, είναι η χλωρίδα, ας πούμε. Όπως έχουμε θαλάσσια χλωρίδα, τροπική χλωρίδα, πανίδα κλπ. Είναι πολύ ερεθιστική. (Γελάει). Άμα δεν υπάρχει αυτή η κολπική χλωρίδα, δεν μπορεί η γυναίκα να κάνει παιδί. Μα καλά, τόσα πολλά ξέρω εγώ;
-- Τα κέρατά σου ξέρεις, Καββαδία, του απαντάω.
Κι ο Καββαδίας ξαναγελάει και γελάμε όλοι και πάλι και συνεχίζουμε τη συζήτηση.
-- Και οι γυναίκες, λοιπόν, που γνώρισες εσύ στα λιμάνια, γιατί αυτές δεν είχανε το καρχηδόνιο επίχρισμα;
-- Γιατί οι πόρνες δεν έχουν αυτό το επίχρισμα, σπάνια το έχουν. Από την πολλή χρήση δεν έχουν. Σπάνια νά 'χουνε αυτές την "άγια σκουριά", που λέω. Κάτι σαν αυτή την κόκκινη, πυρόχρωμη σκουριά των λατομείων, που τη φορτώναμε στα καράβια από το Στρατόνι, τη Γερακινή κλπ. Αυτό το επίχρισμα έχει απόχρωση σκουριάς.
-- Αφήσαμε όμως το ποίημα μισό, να σας πω και το υπόλοιπο.
(Απαγγέλλει και πάλι)

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν' ένα αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ' την Καντώνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Γελάμε με το "έχει και στην κόλαση μπορντέλο" και σχολιάζει:
-- Η ψυχή του πεθαμένου βγαίνει από πίσω, η γιαγιά μου το 'λεγε. Εμένα δε βγήκε ακόμα. Λοιπόν, μέσα στον κυκλώνα, στο μάτι, έχει άπνοια, τέλεια άπνοια. Αλλά πώς θα βγεις από κει πέρα, απ' τον κυκλώνα; Και πού θα την πάει αυτήν την άπνοια, από πού θα την σπάσει να μην πέσει ο αέρας; Και κει βλέπεις πλοία στον αέρα, ψάρια στον αέρα, ξύλα αιωρούμενα, φίδια... Μιλάω για κυκλώνες και όχι για τους ανεμοστρόβιλους, τους ανεμορούφαλους της στεριάς.
-- Και, Φάτα Μοργκάνα;
-- Φάτα Μοργκάνα είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει στη Σικελία, στο στενό, ή στη Νάπολη απόξω, νύχτα, τρεις η ώρα, και παρουσιάζει τρεις γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα. Μετά σβήνει. Κρατά ένα δυο λεπτά, τρεις η ώρα τη νύχτα, πάντα την ίδια εποχή. Καμιά φορά μπορεί να είναι και ηλιακό φαινόμενο και να το βαστάει κάποιο σύννεφο και το παρουσιάζει μετά. Να, κάνει μια αποθήκευση αυτού.
-- Εσύ το είδες αυτό το φαινόμενο;
-- Δύο φορές.
-- Μη μου πεις... Έχουνε σχήμα; Πώς είναι;
-- Έχουνε σχήμα, κανονικό σχήμα, με τα πέπλα τους, τα μαλλιά τους, λυσίκομες, σε ανατριχιάζει αυτό το φαινόμενο.
-- Αλήθεια, με συγχωρείς που σε ξαναρωτάω, το 'χεις δει εσύ αυτό το θέαμα με τα μάτια σου;
-- Ναι, βρε παιδάκι μου, πολλές φορές. Αυτό το θέαμα μάλιστα το είδα, την πρώτη φορά, με έναν Καραντώνη. Αυτός με φώναξε. "Δεν ξέρω τίποτα", μου λέει. Ξάδερφος πρώτος του Αντρέα του ύπαρχου στο καράβι. Αλλά αντικατοπτρισμούς έχω δει πολλές φορές. Έχω δει το Αλγέρι και μετά τους μιναρέδες του στην Ερυθρά. Και λες, αυτό δεν είναι Κάιρο, Αλεξάνδρεια, είναι τ' Αλγέρι, που το ξέρεις. Γιατί μπαίνοντας μετά στο παλιό ντοκ, βλέπεις τι έχει, πόσα φανάρια κλπ.


Παρακάτω αντιγράφω από την ιστοσελίδα ortsa.gr απόσπασμα άρθρου για τον Καββαδία όπου η Μαρίζα Κωχ αφηγείται τις στγμές και το περιβάλλον στο οποίο εμπνέυστηκε τις μουσικές για την μελοποίηση των ποιημάτων του:

Με ό,τι κι αν ταξιδεύεις στη θάλασσα, με φορτηγό πλοίο, με «τ’ άρμενο το γοργοθάλασσο», με ένα καΐκι ή μια ταπεινή βάρκα, η θάλασσα είναι η ίδια. Μπορεί πάντα να γίνει σκληρή: «Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται, σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού». Μπορεί, όμως, να είναι ήρεμη και ρομαντική: «Με του καπετάνιου την μιγάδα, μάθημα πορείας νυχτερινό».Οι τρικυμίες, πάντως, είναι που αφήνουν τις έντονες μνήμες, γιατί ανταριάζουν τις ψυχές και το μυαλό. Οξύνουν τις αισθήσεις κι όταν περάσουν, αφήνουν το λιθαράκι τους σε κάθε βιωματικό οικοδόμημα. «Πάει κι αυτό κι επιβιώσαμε». Όταν η θάλασσα αγριεύει, παιδεύει και τσακίζει. Όσοι την αγαπούν, τη συγχωρούν και ξαναγυρίζουν κοντά της.
Μια τρικυμία ήταν η αφορμή να μελοποιήσει η Μαρίζα Κωχ στίχους του Καββαδία. Θυμάται τη στιγμή και, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, δεν πρόκειται να την ξεχάσει ποτέ. «Γνώριζα τα ποιήματα του Καββαδία και τ’ αγαπούσα πολύ. Όσα μου διηγήθηκε, όμως, ο καλός του φίλος, μου θέρμαναν ιδιαίτερα την αγάπη αυτή. Και κάποτε έζησα στιγμές μαγευτικές κι εξωτικές, έτσι όπως μόνο ο Καββαδίας μπορούσε να τις περιγράψει σε μια εικόνα. Πριν από χρόνια, βρέθηκα προσκεκλημένη στην Καρδαμύλη της Μάνης, σ’ ένα πυργόσπιτο επάνω στον κάβο. Μια νύχτα ενώθηκε η θάλασσα με τον ουρανό σε μια φοβερή τρικυμία. Τα κύματα σκέπαζαν το πυργάκι και πέρναγαν ως την άλλη πλευρά του κάβου. Τα τζάμια έσπαγαν μέσα σε μια αγριάδα, που νόμιζες ότι κι ο Ταΰγετος θα χιμούσε στο πυργάκι με τον ίδιο τρόπο, που του ορμούσε κι η θάλασσα. Αισθάνθηκα ναυαγός επάνω σε σχεδία. Και τότε μου ήρθαν στο μυαλό τα ποιήματα του Καββαδία, που ήξερα κι αγαπούσα. ?νοιξα τα τζάμια κάποιου δωματίου που δεν είχαν σπάσει, έσκυψα έξω και άρχισα να τραγουδάω όσα θυμόμουν. Στην ουσία τραγουδούσα τη μελωδία, που νόμιζα ότι «περιείχαν». Με το ξημέρωμα γαλήνεψε ο καιρός. Σημείωσα τις μελωδίες, που είχα συγκροτήσει και τώρα βρίσκονται στη συλλογή του δίσκου με το «Πούσι» και το «Fata Morgana».






2 σχόλια:

  1. Με μάγεψες flasάκι.

    Ποίηση δεν διαβάζω (το έχω ξαναγράψει αυτό) όμως θα το ... ξανασκεφτώ.

    Νάσαι καλά για όλο το κόπο που έκανες για να τα διαβάσω όλα αυτά κι εγώ ...

    Φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. καλησπέρα megg :)
    αλήθεια λες;
    χαίρομαι :))
    αν και στο ίντερνετ, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, ποίηση θα βρεις, σωστά;

    κόπος δεν ήταν, το αντίθετο!
    μάζεψα-διάβασα τόσο πολύ υλικό για το φαινόμενο, για την morgan le fay.. πραγματικά το ευχαριστήθηκα!!!
    κόπος ίσως θα ήταν να προσπαθήσω να τα συνταιριάξω εδώ όλα τους...
    μα ενθουσιάστηκα τόσο με το απόσπασμα που βρήκα, που τον απέφυγα :) εστιάζοντας στο τραγούδι.. έτσι κι αλλιώς λατρεμένο μου!!!

    Φιλιά πολλά!
    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή