Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

Μια σταγόνα... μια στιγμή...

Θε μου τί μπλε ξοδεύεις
για να μη σε βλέπουμε!

Η Μαρία Νεφέλη λέει:


ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΚΑΛΛΟΥΣ

Φοβηθείτε
αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου

ή αν όχι τότε μια που ζούμε στον αιώνα της φωτογραφίας
ακινητήσετε το: αυτό που δίπλα μας
ολοένα μ’ απίθανες χειρονομίες δρα:
το Ασύλληπτο!

α) δύο χέρια ωραία γυναίκας (ή και αντρός) που να ‘χουν
εξοικειωθεί με τ’ αγριοπερίστερα
β) ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να ‘ναι από ρεύμα
ηλεκτρικό και ανύποπτα πουλιά
γ) μία κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αιώνια
επικαιρότητα
δ) το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης.

Θα ‘χετε καταλάβει βέβαια τί εννοώ.

Είμαστε το αρνητικό του ονείρου
γι’ αυτό φαινόμαστε μαύροι κι άσπροι
και ζούμε τη φθορά
πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Όμως
Das Reine Κυρίες και Κύριοι
kann sich nur darstellen im Unreinen
und versuchst dud as Edle zu geben
ohne Gemeines
so wird es als das Allerunnaturlichste
λέει Αυτός που εδέησε να διαβεί
τα Επάνω Μονοπάτια.

Και κάτι πρέπει να ήξερε.



Στο χωριό της γλώσσας μου

τη Λύπη τηνε λένε Λάμπουσα.


Και ο Αντιφωνητής:


Η ΝΕΡΟΣΤΑΓΟΝΑ

Καίνε τα χείλη μου και η λύπη λάμπει
σταγόνα καθαρού νερού πάνω απ’ τα βάραθρα
τα σκοτεινά γεμάτα χόρτα μόνο η ψυχή
αναμμένη σαν παλιά εκκλησία
δείχνει ότι θα πεθάνουμε άνοιξη…

Ντίγκ-ντίγκ το χαμομήλι: κουράστηκα να ελπίζω
ντίγκ-ντίγκ το μολοχάνθι: βαρέθηκα ν’ ανησυχώ
ντίγκ-ντίγκ: τέτοιος ανέκαθεν
ο άνθρωπος
και να μην το γνωρίζω!

Εκείνα τα πατήματα στα ξερά φύλλα
μουκανώντας το βόιδι του Καιρού

η πελασγική τοιχοποιία σ’ όλο το μάκρος της ζωής μου
πλάι-πλάι να την περπατώ
εωσότου η μαύρη θάλασσα φανεί
κι επάνω της ανάψουν σαν βεγγαλικά τα τρία μου άστρα!

Όλα μία σταγόνα
ομορφιάς τρεμάμενη στα τσίνορα
μία λύπη διάφανη σαν Άθως κρεμάμενος από τον ουρανό
με απέραντη ορατότητα
όπου τα πάντα γίνονται ξεγίνονται
γονατίζει ο Χάρος και ξανασηκώνεται πιο δυνατός
και πάλι πέφτει ανίσχυρος βυθίζεται στα βάραθρα.

Μόνη της η σταγόνα σθεναρή πάνω απ’ τα βάραθρα.


Από τη Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη




Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ


"Είναι αδύνατον να σκοτωθεί εντελώς
ο πόθος τον ανθρώπων για ευτυχία."


Η ΧΑΖΗ ΓΥΝΑΙΚΑ



Κάποιος είχε μία γυναίκα που ήταν σαν την θάλασσα!
Η θάλασσα αλλάζει με κάθε φύσημα τ'ανέμου, αλλά ούτε μεγαλώνει ούτε μικραίνει, ούτε αλλάζει χρώμα ή γεύση. Και δεν μαλακώνει, ούτε σκληραίνει. Όταν σταματήσει να φυσάει ο άνεμος, ξεναημερεύει και δεν έχει γίνει διαφορετική.
Κι ο άντρας έπρεπε να πάει ταξίδι!
Όταν ήταν να ξεκινήσει, έδωσε στην γυναίκα ότι είχε και δεν είχε, το σπίτι του και το εργαστήρι του και τον κήπο γύρω από το σπίτι του και όσα χρήματα είχε κερδίσει.
"Όλα αυτά είναι δικά μου, αλλά ανήκουν και σ'εσένα. Να τα προσέξεις καλά"
Τότε αυτή κρεμάστηκε απ'τον λαιμό του κι έκλαψε και του είπε: "Πως θα τα βγάλω πέρα; Αφού είμαι χαζή."
Αλλά αυτός την κοίταξε καλά και είπε: "Αν μ'αγαπάς, θα τα καταφέρεις". Και στην συνέχεια την αποχαιρέτισε.
Τώρα που η γυναίκα έμεινε πίσω μοναχή, άρχισε να φοβάται πολύ για όλα όσα βρέθηκαν μεσα στ'αδύναμα χέρια της, κατατρομοκρατήθηκε. Γι'αυτό και στράφηκε στον αδερφό της, έναν παλιάνθρωπο- κι αυτός την γέλασε!
Ετσι, η περιουσία της όλο και λιγόστευε. Όταν το πήρε είδηση, την έπιασε μαύρη απελπισία και αποφάσισε να σταματήσει να τρώει, για να μην λιγοστέψει κι'άλλο. Και τις νύχτες έμενε άγρυπνη. Έτσι αρρώστησε!
Και κειτόταν τώρα στο δωμάτιο της και δεν μπορούσε πια να φροντίζει το σπίτι. Κι αυτό άρχισε να ρημάζει, κι ο αδερφός της βρήκε την ευκαιρία και πούλησε τον κήπο και το εργαστήρι χωρίς να το πει στην γυναίκα.
Η γυναίκα έμενε ξαπλωμένη πάνω στα μαξιλάρια της χωρίς να λέει κουβέντα και σκεφτόταν: Αν δεν λέω κουβέντα, δεν υπάρχει περίπτωση να πω καμιά χαζομάρα, κι αν δεν τρώω, η περιουσία θα σταματήσει να λιγοστεύει!
Κι έτσι ήρθαν τα πράγματα, που μια μέρα το σπίτι έπρεπε να βγει σε πλειστηριασμό. Ήρθαν γι'αυτό πολλοί άνθρωποι απ'όλα τα γύρω μέρη, γιατί ήταν όμορφο σπίτι. Και η γυναίκα κειτόταν στο δωμάτιό της κι άκουγε τους ανθρώπους και το σφυρί που έπεφτε. Κι οι άνθρωποι γελούσαν κι έλεγαν: "Η βροχή περνάει μέσα απ'τη στέγη κι οι τοίχοι είν'έτοιμοι να πέσουν". Και τότε αισθάνθηκε μεγάλη αδυναμία κι αποκοιμήθηκε!
Όταν ξύπνησε πάλι, κειτόταν σ'ένα ξύλινο δωμάτιο πάνω σ'ένα σκληρό κρεβάτι. Δεν υπήρχε παρά ένα όλο κι όλο παραθυράκι κι αυτό σε μεγάλο ύψος, κι ο κρύος αέρας διαπερνούσε τα πάντα. Και μπήκε μέσα μια γριά και της ρίχτηκε κακιασμένα και της είπε οτι το σπίτι πουλήθηκε, αλλά τα χρέη της δεν καλύφθηκαν ακόμα όλα κι ότι θα της έδινε ένα κομμάτι ψωμί από λύπηση, αν και ο άντρας της ήταν αυτός που άξιζε την λύπηση. Γιατί τώρα πια δεν του'χε απομείνει τίποτα.
Μόλις τ'άκουσε αυτά η γυναίκα, τα'χασε και το μυαλό της πειράχτηκε λιγάκι και σηκώθηκε απ'το κρεβάτι. Κι απ'αυτή την ημέρα άρχισε να δουλεύει στο σπίτι και στα χωράφια. Και τριγυρνούσε με παλιόρουχα και δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα και βέβαια ούτε κέρδιζε τίποτα, γιατί δεν απαιτούσε. Και κάποτε άκουσε ότι ο άντρας της γύρισε!
Την έπιασε μεγάλος φόβος. Μπήκε τρέχοντας στο σπίτι και χτένισε τα μαλλιά της κι έψαξε να βρει μια καθαρή πουκαμίσα, αλλά δεν υπήρχε καμία. Κι έβαλε τα χέρια πάνω από τα στήθη της για να τα κρύψει κι ήταν εντελώς μαραμένα. Και ξεχύθηκε έξω από ένα πίσω πορτάκι τρέχοντας στα τυφλά.
Αφού,λοιπόν, έτρεξε κάμποση ώρα, έκανε τη σκέψη ότι ήταν ο άντρας της. Είχαν ενώσει τη ζωή τους και τώρα αυτή τον εγκατέλειψε. Κι αμέσως έκανε στροφή κι έτρεξε πίσω, χωρίς να σκέφτεται πια το σπίτι και το εργαστήρι και την πουκαμίσα. Και τον είδε από μακρυά κι έτρεξε καταπάνω του και κρεμάστηκε στο λαιμό του.
Ο άντρας όμως στεκόταν καταμεσίς στο δρόμο κι οι άνθρωποι τον κορόϊδευαν απ'τα κατώφλια των σπιτιών τους. Κι ήταν πολύ θυμωμένος. Είχε όμως τη γυναίκα κρεμασμένη πάνω του, κι αυτή δεν απομάκρυνε πόντο το κεφάλι απ'τον λαιμό του ούτε τα χέρια της από τον σβέρκο του. Και την ένοιωθε να τρέμει και νόμιζε πως είναι από τον φόβο της που τα'χασε όλα. Αλλά τελικά σήκωσε το πρόσωπό της και τον κοίταξε και είδε ότι δεν ήταν από τον φόβο της αλλά απ'την χαρά της. Χαιρόταν τόσο πολύ, που έτρεμε. Τότε ξαναβρήκε κάπως τον εαυτό του και τρέκλισε κι αυτός και την αγκάλιασε κι αισθάνθηκε έντονα το πόσο είχε αδυνατίσει στούς ώμους και την φίλησε στο στόμα.



Bertolt Brecht


Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

ΑΣΕ ΜΕ...

Μην απορείς, δεν έχω τι να κάνω και κάνω ποστ... περνάω την ώρα μου δηλαδή... Φεύγω (...μην με ψάξετε;..) Χα! Ταξιδεύω σε λίγη ώρα και ως τότε πίνω καφέ ακούγοντας μουσική... ε και κάνω και κανένα ποστ είπαμε! Η αλήθεια είναι οτι βαριέμαι απελπισμένα! Ξέρω, τα ταξίδια πάντα ανεβάζουν τη διάθεση, μου αρέσουν και εμένα πολύ. Τι τα θες; Μόνη μου φεύγω... θέλω να πω, τον τελευταίο καιρό είμαι με ένα δισάκι στον ώμο, το ένα Σαββατοκύριακο εδώ το άλλο εκεί, συναντάω ανθρώπους, μιλάω, γελάω... ο καθένας θα σου έλεγε πόσο καλά περνάω..!

Δεν κοιμήθηκα, σε σκεφτόμουν, συνέχεια, ξύπνησα με μια διάθεση τόσο θολή που δεν δείχνει να ξεκαθαρίζει, θέλω να μείνω εδώ μόνη, να ακούω μουσικές που φέρνουν στα αυτιά μου τη φωνή σου, να κλείνω τα μάτια και να σε νιώθω δίπλα μου, να με καίει η αναπνοή σου, να ετοιμάζω φαγητό και για τους δυο, να περπατάω και να πέφτω στην αγκαλιά σου... ό,τι κάνω το κάνω μαζί σου, ό,τι είμαι είναι δικό σου, ό,τι νιώθω είναι για σένα, ό,τι πιστεύω είσαι εσύ, ό,τι διαβάζω μιλάει για την αγάπη σου, ό,τι θαυμάζω παίρνει τη δική σου μορφή...

Αλλά πρέπει να φύγω τώρα... άσε με να διαλέξω μουσική... αυτή που θα σου τραγουδάω στο δρόμο... ωραία μέρα η σημερινή...



ΣΥΝ ΤΑΙΡΙ ΑΣΜΑ






ΕΛΑΝΘΑΝΕ

Οτ' ήμουνα ένας άνθρωπος
Που όλο με σκυμμένο το κεφάλι
Με περπατάγανε οι δρόμοι ,αυτό πράχθηκε φανερά σας.
Σας το αφήνω .Επάνω του λοιπόν ,
Αποκεφαλίστε το,
Μοιράστε το σ΄ οσες υποτιμήσεις θέλετε
-πως γην και ύδωρ έδωσα σε φόβους
και σήκωσε κεφάλι η ηττοπάθεια -,
ρίξτε το ολόκληρο
σ’ όσες αδιαφορίες σας κι άλλο πεινάνε ,
πετάξτε το σε δυό παλιογραμμούλες τύμβο.
Όμως πως σκύβοντας
Ατένιζα ουρανό,
Αυτό δεν θα το αγγίξετε .
Επράχθηκε κρυφά σας
Το έκρυψα καλά
Στην ασφαλή του κεφαλιού μου
Τη λιμοκτόνα στάση .
Σκύβοντας ουρανό ατένιζα
Που εφτιαξα από πτώσεις .
Μαζεύοντας σπυρί σπυρί
Ό,τι δεν αφομοίωνε το ύψος.
Έζησα,
Τεντωμένο δίχτυ από κάτω ,
Να συγκρατώ ,να περισώζω
Λογής λογής διάττοντες αυτοκτόνους ,
Τα φωτεινά τους υπολείμματα ,
Εκεί που όλο και χάνει ύψος ,
Όλο και πιο πολύ αποχρυσώνεται
Της μολυβιάς τους η κραυγή
Και λυπηρά απολεπταίνει η αιχμή
Της εξαφάνισης τους.
Έζησα
Τεντωμένο δίχτυ από κάτω ,
Να σώζω λυπηρότητες ,
Κραυγών αποχρυσώσεις ,
Αιχμών τα φωτεινά υπολείμματα,
Εξαφανίσεων αιχμές .
Έζησα ,
Συνταιριάζοντας τις πτώσεις
Με τις παράταιρες αιτίες τους,
Για να μην πάει χαμένο το χαμένο.
Αυτό δεν θα τ’ αγγίξετε
Είναι από εύφλεκτο εγώ
Θα με τινάξει όλη στον αέρα σας.

Κική Δημουλά


INDIGO BLUE





Bluebird

there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say, stay in there, I'm not going
to let anybody see
you.

there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I pur whiskey on him and inhale
cigarette smoke
and the whores and the bartenders
and the grocery clerks
never know that
he's
in there.

there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say,
stay down, do you want to mess
me up?
you want to screw up the
works?
you want to blow my book sales in
Europe?

there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too clever, I only let him out
at night sometimes
when everybody's asleep.
I say, I know that you're there,
so don't be
sad.
then I put him back,
but he's singing a little
in there, I haven't quite let him
die
and we sleep together like
that
with our
secret pact
and it's nice enough to
make a man
weep, but I don't
weep, do
you?


by Charles Bukowski






Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

ΠΟΛΥΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΠΡΕΜΙΕΡΑ

ΧΑΜΟΓΕΛΟ




ΜΟΝΟ






"ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ" ΑΠΟΨΕ ΣΤΗΝ ΕΤ1

«Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα, μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία», έγραφε η Μαρία Πολυδούρη για τον Κώστα Καρυωτάκη.

Οκτώ δεκαετίες μετά οι στίχοι ζωντανεύουν με τη μουσική του Βασίλη Δημητρίου και ανοίγουν την αυλαία του «Καρυωτάκη», της νέας δραματικής σειράς του Τάσου Ψαρρά που κάνει πρεμιέρα απόψε στις 22.00 στην ΕΤ1 και πρόκειται να ολοκληρωθεί σε 20 επεισόδια.


Η ιστορία διατρέχει τη ζωή του «διανοητή ποιητή» Κώστα Καρυωτάκη και την παθιασμένη σχέση του με τη «μεγαλύτερη Ελληνίδα λυρική ποιήτρια» Μαρία Πολυδούρη, με φόντο τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα μιας εποχής που καθόρισε τη σύγχρονη Ελλάδα.

«Ηταν ένα τρομερά δύσκολο εγχείρημα. Ομως η διαδρομή του μας γέμισε χαρά, ικανοποίηση και εμπειρίες», είπε στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου ο Τάσος Ψαρράς, που υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία.

Η σειρά αναβιώνει τα καφενεία και τις λογοτεχνικές συντροφιές της εποχής, τα μπαλ μασκέ, τις οπερέτες και τις βεγγέρες, τα καφέ αμάν και τα χαμαιτυπεία.

Συμμετέχουν 290 ηθοποιοί και 3.000 κομπάρσοι, ενώ γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε Αθήνα, Καλαμάτα, Χανιά, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Σύρο, Πρέβεζα, Βουκουρέστι και Παρίσι.

Στο πλαίσιο της σειράς γίνεται αναφορά στα γεγονότα της εποχής εκείνης, που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την υπόσταση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, όπως βαλκανικοί πόλεμοι, η προσάρτηση της Κρήτης, το ξέσπασμα του Α' παγκοσμίου πολέμου, η σύγκρουση Βενιζέλου-Κωνσταντίνου, η Οκτωβριανή Επανάσταση, η ελληνική παρουσία στην Ιωνία και η Μικρασιατική Καταστροφή, οι δικτατορίες Πάγκαλου και Κονδύλη και η αμερικανική διείσδυση στη Μεσόγειο.


Σε συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε η ΕΡΤ, ο Δημήτρης Γόντικας, γενικός διευθυντής τηλεόρασης, δήλωσε περήφανος για το έργο και επισήμανε ότι "είναι το είδος της παραγωγής, που επιθυμούμε", ενώ ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Τάσος Ψαράς, που επί 9 έτη ερεύνησε τη ζωή του Κώστα Καρυωτάκη, ευχαρίστησε την ΕΡΤ και τα υπουργεία Εσωτερικών και Άμυνας, που συνέδραμαν την έρευνά του.

Οι πρωταγωνιστές, Δημοσθένης Παπαδόπουλος και Μαρία Κίτσου, δήλωσαν ευτυχείς διότι τους δόθηκαν -όπως είπαν- "οι ρόλοι ζωής" και ευχαρίστησαν τον σκηνοθέτη, τον παραγωγό και την ΕΡΤ.

Όπως διευκρίνισε ο Τάσος Ψαράς, ασχολήθηκε με τον Κώστα Καρυωτάκη, γιατί πρόκειται για "έναν ανεξερεύνητο ποιητή, ένα πολιτικό πρόσωπο, κοινωνικό ποιητή, οργανικό διανοούμενο και συνδικαλιστή, που έχει παραγνωριστεί η παρουσία του".



ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ





Ποίηση Κώστα Καρυωτάκη

Μουσική σύνθεση: Λένα Πλάτωνος
Ερμηνεία: Σαββίνα Γιαννάτου

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

ΜΙΑ ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΑΚΟΜΑ...


ΑΔΕΙΑ ΜΟΥ ΑΓΚΑΛΙΑ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ






Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Nick Cave
Ερμηνείες: Δ.Σαββόπουλος/Ελ.Αρβανιτάκη/Αλ.Ιωαννίδης

Αυτοί είναι οι στίχοι του πρωτότυπου και ο σύνδεσμος θα σε οδηγήσει σε μια εξαιρετική (μα λίγο πιο σκοτεινή από τις 'δικές' μας) εκτέλεση από τον δημουργό του:

Into my arms

I don't believe in an interventionist God
But I know, darling, that you do
But if I did I would kneel down and ask Him
Not to intervene when it came to you
Not to touch a hair on your head
To leave you as you are
And if He felt He had to direct you
Then direct you into my arms

Into my arms, O Lord
Into my arms, O Lord
Into my arms, O Lord
Into my arms

And I don't believe in the existence of angels
But looking at you I wonder if that's true
But if I did I would summon them together
And ask them to watch over you
To each burn a candle for you
To make bright and clear your path
And to walk, like Christ, in grace and love
And guide you into my arms

Into my arms, O Lord
Into my arms, O Lord
Into my arms, O Lord
Into my arms

And I believe in Love
And I know that you do too
And I believe in some kind of path
That we can walk down, me and you
So keep your candlew burning
And make her journey bright and pure
That she will keep returning
Always and evermore

Into my arms, O Lord
Into my arms, O Lord
Into my arms, O Lord
Into my arms



Nick Cave & The Bad Seeds

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009

ΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΧΡΟΝΙΑ!



PERFECT DAY / VARIOUS ARTISTS







"Perfect Day" is a song written by Lou Reed in 1972. Its fame was given a boost in the 1990s when it was featured in the 1996 film Trainspotting, and after its release as a charity single in 1997.

The song was originally featured on the 1972 album Transformer. The song's lyrics are often considered to suggest simple, conventional romantic devotion, possibly alluding to Reed’s relationship with Bettye Kronstadt (soon to become his first wife) and Reed’s own conflicts with his sexuality, drug use and ego.

However, on a deeper reading of the song's lyrics, amongst the idealised description of a "perfect day", interposed lines such as "You just keep me hanging on", and "I thought I was someone else, someone good" suggest a far deeper yearning than just the superficial romantic clichés, and allude to the underlying and painful bitterness of nostalgia often felt even as an event is lived - an event one knows or fears to be a mere distraction or illusion.

Some commentators have further seen the lyrics as displaying Reed's romanticised attitude towards a period of his own addiction to heroin. Critics of this view assert that Reed never tried to conceal his drug use, so the song does not have concealed meanings of this nature.

Reed re-recorded the song for his 2003 album The Raven.


Η ελληνική απόδοση των στίχων από τον Διονύση Σαββόπουλο:

ΜΕΡΑ ΟΜΟΡΦΗ

Μέρα όμορφη το πάρκο γυρίσαμε,
Όσο φέγγει, ας πιούμε μια
σαγκριγιά.

Μέρα όμορφη τις πάπιες ταϊσαμε,
Σινεμά
και σπιτάκι μετά

Μα τι μέρα όμορφη!
Χάρηκα που ήσουν εδώ.
Αχ,μέρα πανέμορφη,
με βοηθάς να κρατηθώ

Μέρα όμορφη το πρόβλημα κρύφτηκε
και μόνοι εμείς
κυριακάτικοι εκδρομείς.

Μέρα όμορφη μαζί σου ξεχάστηκα
κι αισθανόμουν αλλιώς
υγιής και καλός.

Θα κοιμηθείς
έτσι όπως έπεσες.
Θα κοιμηθείς
έτσι όπως έστρωσες.


2009... ας είναι μια καλύτερη χρονιά!