Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

πρώτη μέρα του χάους






-Σήμερα γυρίσαμε τα ρολόγια μας
μία ώρα, έναν αιώνα και ένα
ταξίδι της φάλαινας πίσω...

-Μέτρησε ποτέ κανείς πόσο είναι
από το κάτι στο τίποτα
και πάλι πίσω μέχρι το όλο;

-Δεν διάβασα ποτέ για κάτι τέτοιο..
μα νομίζω είναι συντομότερα από το
κάτι για οπουδήποτε..

-Είναι συντομότερα από το κάτι ή από το τίποτα;

-Από το τίποτα

-Είναι παράλογο

-Όχι, είναι θέμα μετατόπισης
το τίποτα και το όλο στην πραγματικότητα είναι πολύ κοντά.
γεννήθηκαν την ίδια ώρα στην ίδια γειτονιά, από τότε πηγαίνουν χέρι χέρι,
έπαιξαν στην ίδια αλάνα σαν ήταν παιδιά, πόνεσαν τον ίδιο πόνο
και γέλασαν την ίδια χαρά
το μάτι του θεού δεν τα ξεχωρίζει πια...
όλα τα κάτι είναι περαστικές νύχτες έρωτα
για να ταξιδέψει το σύμπαν τον εγωκεντρισμό του
μα τα κάτι δεν γεννούν αστέρια...

-Λες;

-Κλαίω



Κοίτα το Δάσος, Χωρίς να χάνεις το Δέντρο...


Το ποτάμι, για ήλιο, ρόδο και πιάνο...






Το Ποτάμι από τη συλλογή διηγημάτων του Αντώνη Σαμαράκη Ζητείται Ελπίς (1954)


Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.

Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.

Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι.

Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.

Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.

Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.

Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.

Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.

Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!

Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.

Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.

Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.

Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...

- Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' από τα δόντια του κείνη τη νύχτα.

Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.

Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!

Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι (...)

Ξύπνησε βαλαντωμένος δεν είχε ακόμα φέξει...

Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.

Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.

Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.

Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.

Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...

Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.

Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.

Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.

Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.

Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.

Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.

Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.

Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.

Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.

Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.

Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.

Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.

Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερoυγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.





Τι κι αν του πολέμου το χορό χορεύω
γονατιστός ειρήνη εσέ γυρεύω.


Κ. Παλαμάς



Ειρήνη, λοιπόν,
είναι ό,τι συνέλαβα μες απ'την έκφραση
και μες απ'την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη
είναι κάτι βαθύτερο απ'αυτό που εννοούμε
όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Ειρήνη είναι όταν τ'ανθρώπου η ψυχή
γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος. Κι ο ήλιος
ψυχή μες στον άνθρωπο.


-απόσπασμα από το έργο Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου-

Νικηφόρος Βρεττάκος












Για να βροντοφωνάξεις ΟΧΙ και ν'ακουστεί στα πέρατα
πρέπει να κάνεις πόλεμο εντός σου
να συνθλίψεις τις σκιές
να αθωώσεις το αίμα
να λάμψουν ήλιο και πορφύρα
τα νερά της ψυχής σου φουσκώνοντας
μέχρι να ανθίσει, να λουλουδίσει, να μελωδίσει
και θριαμβευτής να δαφνοστεφανωθεί το ΝΑΙ σου.




Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Praysong






Loo-li, loo-li, loo-li, lai-lay
Loo-li, loo-li, loo-li lai-lay

Lay down your head and I'll sing you a lullaby
Back to the years of loo-li lai-lay
And I'll sing you to sleep and I'll sing you tomorrow
Bless you with love for the road that you go

May you sail far to the far fields of fortune
With diamonds and pearls at your head and your feet
And may you need never to banish misfortune
May you find kindness in all that you meet

May there always be angels to watch over you
To guide you each step of the way
To guard you and keep you safe from all harm
Loo-li, loo-li, lai-lay

May you bring love and may you bring happiness
Be loved in return to the end of your days
Now fall off to sleep, I'm not meaning to keep you
I'll just sit for a while and sing loo-li, lai-lay

May there always be angels to watch over you
To guide you each step of the way
To guard you and keep you safe from all harm
Loo-li, loo-li, lai-lay, loo-li, loo-li, lai-lay

Loo-li, loo-li, loo-li, lai-lay
Loo-li, loo-li, loo-li lai-lay
Loo-li, loo-li, loo-li lai-lay
Loo-li, loo-li, loo-li lai-lay
Loo-li, lai-lay

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Οι κρικοι μιας αλυσίδας...

...μιας αλυσίδας από ατσάλι.. είναι γκρι το ατσάλι.. και με τον Χρόνο μοιάζει...

Ας ταξιδέψουμε τρία χρόνια πίσω... τότε που ένα πρωινό η flash διάβασε την ανάρτηση της Κατερίνας... τον πρώτο κρίκο της αλυσίδας... άρχισαν τότε μια παράξενη κουβέντα... μια κουβέντα για το γκρι... που πιο πολύ την είπαν με τα χαμόγελά τους... έτσι αξίζει να μιλάει κανείς για του κόσμου τα γκρι... έτσι αξίζει να πορευόμαστε στη ζωή... τότε ήταν που η flash έκανε την πρώτη 'ζαβολιά' για να θυμίσει και στις δυο τους πως έτσι χαμογελούνε τα παιδιά... και έκλεψε τα πιο ζωηρά χαμόγελα και τη γλυκιά αύρα της φίλης της... να τα σκορπίσει στον ουρανό της... να της κρατάνε συντροφιά όλου του χρόνου τα φθινοπωρινά πρωινά... της είπε όμως η πονηρή πως μόνο ένα βιντεάκι της δανείστηκε... εκείνο το βιντεάκι όμως μέσα του έκλεισε όλα τα χαμόγελα, όλα τα ανεμίσματα, όλες τις συναισθήσεις και την απαντοχή, μα κυρίως όλα τα χρώματα... όλα του κόσμου τα χρώματα τα αντίκρυσε η flash σε εκείνη της παγωμένη εικόνα του, απλά επειδή ήταν η Κατερίνα που της τα έδειχνε... ας θυμηθούμε όμως τώρα πάλι εκείνη την μαγική εικόνα αντάμα με την μαγεμένη την μετάφραση...




Το γκρι… που ακροβατεί

Το γκρι είναι το χρώμα των εύθραυστων ισορροπιών
είναι η ένωση του λευκού με το μαύρο
είναι η παρουσία κάθε χρώματος αγκαλιασμένη με μια ίση απουσία
Φαντάσου την παρουσία μέσα στην απουσία
Φαντάσου να συμβαίνει ένας θάνατος ακριβώς τη στιγμή που γεννιέται μια ζωή
Είναι δύσκολο να φανταστείς
Το γκρι δεν είναι το χρώμα της φαντασίας

Το γκρι είναι το χρώμα των σιδηροδρομικών σταθμών την Άνοιξη
είναι το χρώμα της στιγμής που αποχαιρετάς τον αγαπημένο σου
χωρίς να ξέρεις για πόσο ούτε γιατί
τη στιγμή που όλο το φως τρυπώνει στην ψυχή σου και μένει εκεί
Είναι η στιγμή που δεν μπορείς να ελπίσεις και δεν αντέχεις να απελπιστείς
Το γκρι είναι το χρώμα που έχει το παράπονο
το χρώμα που έχει η βροχή μέσα στα μάτια σου
Γκρι είναι η απάντηση που δεν έχει δοθεί.

Το γκρι είναι η θέληση της ζωής να κρατηθεί
είναι η αλαζονική απαίτηση του θανάτου να επιβληθεί
Το γκρι είναι το χρώμα της σκακιέρας προτού αποφασίσεις
την κίνηση που θα σε οδηγήσει στον θρίαμβο ή την ήττα
Γκρι είναι η υπόσχεση που δεν τηρήθηκε
Το όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε
Ακόμα
Γκρι είναι η αναμονή

Το γκρι…
είναι σα να ακροβατεί στο μυστήριο
-στη λήθη-
σαν την κοιμωμένη πριν πάρει το φιλί
σαν την στιγμή πριν όλα αρχίσουν
Τελικά το γκρι δεν είναι άσχημο χρώμα,
αδικημένο είναι
στο κέντρο βρίσκεται, μα όχι της προσοχής,
στο κέντρο της ζωής
Κανείς δεν το πλησιάζει αρκετά
γιατί;
Κανείς δεν θέλει να ξέρει για τα χρώματα που κρύβει
μα όλοι μπορούν και μιλούν για τα χρώματα που κρύβει…
γιατί;
Γκρι και τα ‘γιατί;’

Κι αυτές οι λέξεις ακόμα
Είναι γκρι


και κύλησαν τα χρόνια... οι δυο τους συνέχισαν με τον δικό τους πεισματάρικο τρόπο να χαμογελούνε... με τον δικό τους όχι πολύ εύκολο τρόπο να αισιοδοξούνε... και να αναζητάνε
πάντοτε και αδιάκοπα τα χρώματα στις ζωές τους, στις καρδιές τους, στον κόσμο ένα γύρο...
και να τα ανακαλύπτουν... και έπειτα αφού ταξίδεψαν τους κρίκους της αλυσίδας... σε μιας τους ένωση ξανασυναντήθηκαν... 'μιλούσαμε για τα χρώματα, θυμάσαι;' είπε η Κατερίνα, 'έλα, τώρα θα πούμε για την Μνήμη...' και είπαν... με τον δικό τους τρόπο πάλι... η Μνήμη λοιπόν είναι η νίκη του χρονικού ακροβάτη... εκείνη που καταλαγιάζει την ένταση στης ψυχής τα μέλη... από την επίπονη εξάσκηση... και κάπως έτσι προστίθεται ένας ακόμη κρίκος στη μαγική αλυσίδα... φτιαγμένος και αυτός από του χρόνου το άυλο ατσάλι... σαν πουπουλένιο κάτασπρο φουσκωτό φθινοπωρινό συννεφάκι... ησυχασμένο από την καταιγίδα... που αντανακλάει όλα του ουράνιου τόξου τα χρώματα... κάθε φορά που εκείνο το συναπαντάει και το αγκαλιάζει...







Για την Κατερίνα μου!

πλάι στη λίμνη



έλα πλάι στη λίμνη να αδειάσουμε από σκέψεις...

ησύχασε.. και αφουγκράσου..

τη νύχτα.. να αργοσαλεύει το ταφταδένιο της φόρεμα

τ' αστέρια.. που αναπολούνε, περασμένες ευχές ψιθυρίζοντας

τη λίμνη.. που κάτω από τα ολομέταξα σκεπάσματά της ξαποσταίνει

και τους μεγάλους τροβαδούρους που προσπαθούν να συντονιστούνε...

σε λίγο ξεκινάει η μεγάλη συναυλία... βάτραχοι, πάπιες και νερόφιδα

τριζόνια, σαύρες, νυχτοπούλια... ξεδιπλώνουν τις φωνές τους...

η χορωδία αυτή σε ολάκερη τη γη έχει ταξιδέψει.. κανείς δεν θυμάται

πότε ξεκίνησε την τουρνέ της και κανείς δεν φαντάζεται πως κάποτε

θα την ολοκληρώσει... πόσοι και πόσοι την απόλαυσαν.. χωρίς όλοι να έχουν εισιτήριο διαθέσει..

εμείς όμως.. έχουμε μαγεία να προσθέσουμε στη μαγεία αυτής της νύχτας.. έχε υπομονή.. άκου..

η φύση αναπνέει.. άκου το σώμα σου... τα δέντρα λαλούνε τον καημό τους..

άκουσέ το, σου απαντάει...

άκου πόσο βαθιά ανασαίνουνε τα φύλλα.. μα αυτά..

αυτά ήταν τα φύλλα της καρδιάς σου.. και οι πόροι της ψυχής σου...

ως και αυτοί άνοιξαν να εισπνεύσουν την ομορφιά της πλάσης...

άσε με να σωπαίνω τώρα... ν’ ακούω εκείνη… ν’ ακούω εσένα…